Κείμενα, Ποίηση, Φωτογραφίες κι Έργα Τέχνης:Κυμοθόη Νότα

Κείμενα, Ποίηση, Φωτογραφίες κι Έργα Τέχνης:Κυμοθόη Νότα
Νότα Κυμοθόη Λογοτέχνης και Ζωγράφος

Σάββατο, 10 Ιανουαρίου 2009

ΒΙΒΛΙΟ:"Η ΔΡΑΣΚΕΛΙΑ ΤΟΥ ΗΛΙΟΥ", Ο ΕΠΙΓΕΙΟΣ ΘΕΟΣ ΤΗΣ ΙΝΔΙΑΣ, Νότα Κυμοθόη 2002


ΒΙΒΛΙΟ  
"Η ΔΡΑΣΚΕΛΙΑ του ΗΛΙΟΥ"
Ο ΕΠΙΓΕΙΟΣ ΘΕΟΣ ΤΗΣ ΙΝΔΙΑΣ
Νότα Κυμοθόη 
Κ.Α.: 70 1012
ISBN:960-380-114-3
ISBN SET: 960-380-113-5
ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΔΙΑΘΕΣΗ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ
ΧΡΗΣΤΟΣ Ε. ΔΑΡΔΑΝΟΣ

© Nότα Κυμοθόη

-------------------------
ΕΛΛΗΝΕΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΕΣ
ΝΟΤΑ ΚΥΜΟΘΟΗ
Η ΔΡΑΣΚΕΛΙΑ ΤΟΥ ΗΛΙΟΥ
Ο ΕΠΙΓΕΙΟΣ ΘΕΟΣ ΤΗΣ ΙΝΔΙΑΣ
ISBN: 960-380-114-3

© Nότα Κυμοθόη

-------------------------------

 Νότα Κυμοθόη
(από το οπισθόφυλλο)
Η Δρασκελια του Ήλιου
ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ
"Στις ημέρες μας όλα έχουν γίνει προσάναμα στο βωμό του κέρδους
και μυριάδες άνθρωποι ζούνε μαζί και νιώθουν μόνοι. Ο έρωτας όμως
δεν έχει δόγμα, ούτε εθνικότητα. Η ανθρώπινη φύση μέσα στο ερωτικό της πάθος συνεχίζει να φτιάχνει απίθανους συνδυασμούς. Δίνει γεύση και ρίγος στ' απλά
πράγματα που φορτίζονται παράξενα κι ο μέσα εαυτός μοιάζει κάποιες φορές
σαν άδειος. Αν συμβεί όμως να συναντηθούν έστω μια μόνο στιγμή
ο έρωτας και το όνειρο, τότε η ευτυχία περνάει και μας αγγίζει.
Θα θέλαμε τότε να την κρατήσουμε συνοδό σε όλη μας τη ζωή. Αλλά ο έρωτας
θέλει περιθώρια χρόνου για ν' αποκτήσει κάτι από το άφθαρτο του ονείρου,
εκτός κι αν η Μοίρα επέμβει και φέρει άλλη τροπή στις σχέσεις.
Η ηρωίδα του βιβλίου, αναζητώντας τη δρασκελιά του ήλιου, κάνει ένα ταξίδι στην Ανατολή, για να ξεφύγει από τα προβλήματα της σύγχρονης ζωής στην πρωτεύουσα.
Με άμεσο τρόπο, παρασύρει τον αναγνώστη σε μια αναζήτηση της χαμένης του αθωότητας: ερωτικά, πνευματικά, πολιτισμικά, κοινωνικά, ερευνά την αλήθεια, αναζητώντας το άσπιλο, την σοφία και τη χαρά σε καθημερινά πράγματα.
Η Νότα Κυμοθόη, κάνει τον αναγνώστη οδοιπόρο μιας χαμένης αθωότητας.Γραφή και τρόπος άμεσος σε ένα εξαιρετικό μυθιστόρημα επαφής του ελληνικού και ινδικού τρόπου σκέψης, όπου η ελπίδα, το κουράγιο και η δύναμη προχωρούν θαρρετά, χέρι-χέρι."

ΔΙΑΒΑΣΤΕ...από τις σελίδες του βιβλίου
Η ΔΡΑΣΚΕΛΙΑ ΤΟΥ ΗΛΙΟΥ
(Ο ΕΠΙΓΕΙΟΣ ΘΕΟΣ ΤΗΣ ΙΝΔΙΑΣ)

Υπάρχει μόνο μια φυλή
η φυλή των ανθρώπων.
Υπάρχει μόνο ένας Θεός
ο Θεός της αγάπης.
Υπάρχει μόνο μία γλώσσα
η γλώσσα της καρδιάς!
(Sri Satya Sai Baba)


H AΣΥΝΕΠΕΙΑ ΜΙΑΣ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗΣ

       Στην Ελάτεια ο Ιούνιος είναι ζεστός μήνας. Οι μέρες σφύζουν από καύσωνα. Οι λόφοι ολόγυρα με τις ελιές και παραπίσω τα γυμνά βουνά την σφίγγουν. Σαν μαντήλι μοιάζουν σε λαιμό γυναίκας που δυσκολεύεται ν' ανασάνει. Ο κάμπος αποπνέει μια δυνατή υγρασία, που δε βαστιέται με τίποτα. Ξεπετάγεται ορμητική από τα καλλιεργημένα χωράφια κι ανακατεύεται με μυρουδιές καλοκαιρινές. Όπως αυτή της καλαμιάς, που έμεινε ύστερα από το θέρισμα του σταριού. Μαζί μ' αυτή της πεπονίλας, που έρχεται από τα πρώιμα μποστάνια κι ανασαίνει αρωματικά μέσα στη νύχτα, σχεδόν χοροπηδά. Τα χρυσοκίτρινα πεπόνια ωριμάζουν στα μποστάνια ανάμεσα από φυτείες με ντομάτες, που κοκκινίζουν έντονα και θερρετά στις βαθυπράσινες κλάρες. Οι εκτάσεις των καπνοχώραφων εισβάλλουν ανάμεσά τους με διάθεση να εκτοπίσουν όλες τις άλλες καλλιέργειες με μια βαριά μυρωδιά φυτοφάρμακου. Οι νύχτες είναι φωτεινές από τα άστρα. Στις πλατείες τα παιδιά και οι γονείς τους χαίρονται μικρά διαλείμματα. Στις γειτονιές ανάβει το παιχνίδι. Οι φράχτες αναπνέουν γιασεμί κι αγιόκλημα. Οι αυλές και οι κήποι φουντώνουν πράσινο. Οι περικοκλάδες ξεμυαλίζονται από το φως που πέφτει πάνω τους και κρατούν τα χωνένια τους άνθη ορθάνοιχτα ως αργά το βράδυ, που οι άνθρωποι πάνε για ύπνο. Ξενυχτάνε κι αυτές μαζί τους και κρυφακούνε τα όσα λέγονται στις γειτονιές και στις πλατείες. Τα νυχτολούλουδα μοσχοβολούν. Οι κορομηλιές καμαρώνουν για τους χρυσοκόκκινους καρπούς τους, που μοιάζουν σαν σκουλαρίκια. Αλλά δεν τα καταδέχεται κανένας. Οι συκιές έχουν βγάλει τα πλατύτερα φυλλώματα λες και θέλουν να κρύψουν τα αχαμνά τους, δίχως να το πετυχαίνουν. Τα σύκα ωριμάζουν ανυποψίαστα. Οι κληματαριές αναδιπλώνονται κι όλο τυλίγονται στις κρεβατίνες τους με τις λυγερές τους βέργες και με τα αγουρίδια τους να κρέμονται μέσα στις φυλωσσιές σαν θεία δώρα, κάνοντάς σε να λαχταράς ώριμα σταφύλια.
Σχεδόν μεσάνυχτα. Για την ακρίβεια έντεκα και σαράντα οκτώ λεπτά και το τρένο βόγκηξε στις ράγες του. Τα φρένα του στρίγκλισαν. Έκοψε ταχύτητα και σταμάτησε στο σταθμό της Τιθορέας.
Κατεβαίνω βιαστική. Κανένας άλλος. Μοναδικός επιβάτης αποβίβασης μόνον εγώ. Ο σταθμάρχης με ζυγιάζει με τα μάτια του από την κορυφή του κεφαλιού μου ως τα νύχια των ποδιών μου. Εισβάλλει αδιάκριτα πάνω μου και μοιάζει να με γδύνει, έτσι που με κοιτάει επίμονα. Προχωρώντας αναγκαστικά προς το μέρος του, περνώ δίπλα του κι αυτός με κολασμένο και χαυνωτικό ύφος μου χαμογελάει και μου λέει μια τόσο γλυκειά "καλησπέρα", σαν να γνωριζόμασταν από χρόνια. Προσπερνώ βιαστική, κρατώντας τα ρουθούνια μου. Μια ξαφνική μπόχα ξεμύτιζε από αυτόν ανάμιχτη από ιδρώτα και αλκοόλ. Βγαίνω στο πίσω μέρος από το πέτρινο κτίριο του σταθμού κι αναζητώ το δρόμο.
Νιώθω αρκετά καλά. Για τα τριάντα μου λυγερή κι ευκίνητη. Τα μακριά μου μαλλιά γλύφουν τους γυμνούς μου ώμους, όπου προσπαθεί να εισχωρήσει το νυχτερινό αεράκι που τέτοια ώρα κατεβαίνει από τις κορφές του Παρνασσού και ανακουφίζει την περιοχή από την κάψα της ημέρας.
Παίρνω το πρώτο ταξί που φτάνει ασθμαίνοντας.
-Για την Ελάτεια, παρακαλώ, λέω στον ταξιτζή, που έχει το κεφάλι του έξω από το ανοιχτό παράθυρο της πόρτας του, κρεμασμένο σαν αρπαχτικό.
-Φύγαμε, απαντά εκείνος.
Κάθομαι στο πίσω κάθισμα, όσο αναπαυτικά μπορώ. Τρόπος του λέγειν δηλαδή, γιατί η αγωνία μου έχει κορυφωθεί. Από τα μισάνοιχτα παράθυρα το αεράκι φέρνει όλες τις μυρουδιές. Πρώτα ήρθαν αυτές του γιασεμιού και των βασιλικών για να με καλωσορίσουν. Βγαίνουν από τις αυλές των σπιτιών της Κάτω Τιθορέας. Δε βαστούν όμως για πολύ. Η καρδιά μου πάει να σπάσει. Παίρνουμε τη μεγάλη στροφή. Περνάμε πρώτα τη γέφυρα του Κηφισού ποταμού, που κυλάει ήρεμα τα λιγοστά νερά του και ύστερα μια άλλη γέφυρα ενός κατάξερου παραπόταμου και βλέπω τα πρώτα φώτα της Ελάτειας. Εκεί στο βάθος ανασαίνει η πόλη και μαζί της θα μετρά τα δευτερόλεπτα κι εκείνος. Τόσα χρόνια! Πως πέρασαν τόσο γρήγορα! Αγωνιώ να φτάσω. Ίσως από περιέργεια, ίσως από ενδιαφέρον, δεν ξέρω τι να υποθέσω για το ανυπότακτο χτυποκάρδι στα κατάβαθα της καρδιάς μου.
Ο Λεωνίδας Λαμπαδάς ζήτησε να με δει ύστερα από τόσα χρόνια. Ίδιο τοπίο. Όλα όπως τα είχα αφήσει. Δέκα λεπτά απόσταση και νομίζω πως είναι ένας αιώνας. Ευτυχώς ήρθαν οι καμπίσιες μυρουδιές και μου φτιάξανε μια διάθεση πολλά υποσχόμενη.
Ο χοντρούλης οδηγός, μέσα από τα σκόρπια καθρεφτάκια που ήταν τοποθετημένα σε διάφορα σημεία στο εσωτερικό του ταξί, με περιεργάζεται. Τα πονηρά του μάτια με κόβουν και με ράβουν οριζοντίως και καθέτως. Σαν χαφιές της χούντας με παρακολουθεί από παντού. Εγώ απροστάτευτη αφήνομαι στο βλέμμα του, μην έχοντας τρόπο να το αποφύγω. Ώσπου δεν άντεξε και ρώτησε απότομα, ενώ εγώ τρομοκρατήθηκα από την ένταση της φωνής του.
-Να με συμπαθάτε. Είστε από τα μέρη μας; Δε σας έχω ξαναδεί, δικαιολογήθηκε, θιγμένος τάχα για την περιέργειά του.
-Όχι, απαντώ και στρίβω το κεφάλι μου κοιτάζοντας εκεί έξω τα κυπαρίσσια και τις ελιές.
Αχ, αυτές οι ελιές κάτω από το νυχτιάτικο φως του καλοκαιριού, πόσο ωραία ντύνονται με ασήμι. Σαν φωτόδεντρα μοιάζουν. Όλα έξω λαμπυρίζουν ως εκεί που προχωράει το βλέμμα, πέρα βαθιά στον ορίζοντα, μέχρι τη ράχη του βουνού που είναι στα δεξιά του. Κάτω στα ριζά του κοιμάται ο κάμπος με τα μικρά του φωτάκια, σαν φαναράκια σε χέρια αόρατα ή φωτεινά μάτια που παραφυλάνε στο σκοτάδι. Τι να είναι αυτά εκεί τα φώτα στις ερημιές; Αναρωτιέμαι σκεφτική για να ξεφύγω από τα μάτια που μέσα από τους καθρέφτες με παρατηρούν συνεχώς. Δεν απάντησε κανένας. Όμως ερχόταν μια σιγουριά συντροφική μέσα από τον κάμπο. Σκορπούσε τις φοβίες και τα φαντάσματα που πήγαν να φωλιάσουν στη σκέψη μου. Μια παρηγοριά απρόσμενη ήρθε και θρονιάστηκε στην καρδιά μου. Βγάζω από την τσάντα με τρόπο το μικρό μου καθρεφτάκι. Φτιάχνω λίγο τα μαλλιά μου. Διορθώνω και το κραγιόν στα χείλη μου. Κοιτάζω το πρόσωπό μου κι ένα αλλόκοτο χτυποκάρδι έρχεται και φεύγει. Τόσα χρόνια...Τα σκέφτομαι και μου 'ρχεται μια θλίψη ως επάνω έτοιμη να ξεχειλίσει από την καρδιά μου και να ξεχυθεί με κλάματα από τα μάτια μου. Φτάνουμε στην Ελάτεια. Ο δρόμος περνάει μέσα από το κέντρο της .
-Που θα κατεβείτε; ρωτάει ο ταξιτζής με τη χαρακτηριστική φωνή του.
-Στο δασύλλιο παρακαλώ, απαντώ κοφτά.
Δεν έχω καμιά διάθεση για παραπανίσιες κουβέντες. Στα καφενεία της πλατείας κουτσομπόληδες άντρες, σχεδόν μεσάνυχτα, κάθονταν έξω στις αραδιασμένες καρέκελες, ενώ άλλοι στέκονταν όρθιοι καταμεσής της πλατείας ή στην άκρη του δρόμου. Στρέψαν το κεφάλι τους για να δουν ποιος είναι τέτοια ώρα στο ταξί. Το βλέμμα τους διαπεραστικό. Με ενοχλεί αυτή η περίεργη ματιά τους, αλλά το ξεπερνώ αμέσως μόλις προσπεράσαμε. Ύστερα από τέσσερα τετράγωνα φτάνουμε στο μικρό δασύλλιο. Ακριβώς στο σταυροδρόμι κατεβαίνω. Από το στήθος μου ένας αναστεναγμός βγαίνει στον αέρα. Ευτυχώς απαλλάχτηκα νωρίς από την παρουσία του ταξιτζή, που ακόμα στεκόταν εκεί πίσω με τα δυνατά του φώτα αναμμένα.
Κατηφορίζω στο χωματόδρομο ακριβώς μπροστά μου, πατώντας όσο πιο ελαφριά μπορώ. Τριζόνια χαίρονται της νυχτιάς την ομορφιά και το διαλαλούνε. Σπαθίζουν αστραπιαία κάποιες νυχτερίδες. Άνθρωπος κανένας δε φαίνεται πουθενά. Στρίβω στο στενό δρομάκι που είναι στα δεξιά μου κι ακούω το ταξί να φεύγει με δυνατό μαρσάρισμα. Προχωρώ με λαχτάρα. Η καρδιά μου χτυπά τόσο παράξενα. Βλέπω την αυλόπορτα του σπιτιού του. Κοντοστέκομαι. Έξω δεν είναι κανένας. Το σπίτι είναι σκοτεινό. Η ταραχή μου κορυφώνεται. Δυο βήματα και...Φτάνω. Μια αναπνοή μας χωρίζει από το σημείο που μου είπε να συναντηθούμε.
Έρχεται μια φωνή δυνατή κι επιβλητική που με συντρίβει. Αντηχεί στ' αυτιά μου σαν βομβαρδισμός. Με κομματιάζει.
-Φύγε, είπα φύγε. Φύγεεεεεεε...
Έρχεται από παντού. Μέσα απ' όλο το σπίτι η φωνή του βροντερή με διώχνει.
-Φύγεεεεεεε...
Μια σιωπηλή και θλιβερή μάσκα εγκατάλειψης σκεπάζει όλο του το σπίτι. Στέκομαι ακριβώς στην αυλόπορτα. Σταυρώνω τα πόδια μου και ακουμπώ στο φράχτη για να μην πέσω. Σαν βρικόλακας το παρελθόν περιφέρεται τα μεσάνυχτα και ουρλιάζει. Ξανεμίζει μια θύμηση αραχνιασμένη, γιομάτη σκόνη κι ανάμεσά της ο εαυτός μου να περνάει με χτυποκάρδι. Τα μάτια μου πλανιόνται ολόγυρα και τον ψάχνουν. Διαβαίνουν το παλιό πλακόστρωτο ανάμεσα από τις τσουκνίδες κι αναπηδούν. Φτάνουν στο πορτάκι του μικρού δωματίου που είναι ξέχωρα από το παρελθόν κι αναρριχιέται στο κορμί μου. Παγώνω. Ο Λεωνίδας είναι εκεί μέσα. Από την ανοιχτή πόρτα τον βλέπω στο μεγάλο κρεβάτι. Μπρος στα μάτια μου ολόγυμνος, με τα γεννητικά του όργανα τρανταγμένα από το ξάφνιασμά του που με είδε. Μαζί με τον Πέτρο, τον αδερφό μου και τον καλύτερο φίλο του, που έχει σαστίσει από την παρουσία μου τέτοια ώρα. Έτσι όπως είναι γονατιστός και με τα χέρια του στηριγμένα μπροστά , μοιάζει σαν σκύλα σε περίοδο ζευγαρώματος. Σε χρόνο μηδέν ανασηκώνεται. Κάθεται στο κρεβάτι, τραβώντας στην τρομάρα του το κατωσέντονο για να σκεπάσει τη γύμνια του. Ενώ ο Λεωνίδας ουρλιάζει μανιασμένα: "Φύγεεεεεεε..."
Η φωνή του ορμάει με νύχια σουβλερά που μπήγονται στον κομματιασμένο μου εαυτό και ξεσκίζουν το κορμάκι μου, που τρέμει. Ξεριζώνουν την καρδιά μου. Πονάω, καθώς δεν πιστεύω αυτά που βλέπουν τα μάτια μου. Η φωνή του με εξολοθρεύει. Σκορπίζονται τα μέλη μου στο δρόμο σαν ένα τίποτα. Σαν σκουπιδάκι πάνω στα χαλίκια ποδοπατιέμαι ανελέητα.
Δεν περνάει κανένας. Δεν ακούγεται περπατησιά από πουθενά. Μόνο τα γαλλικά τύπου υποδήματα του Λεωνίδα, μαζί μ' εκείνα τα τριζάτα κι εγχώρια του Πέτρου, αντηχούν στ' αυτιά μου. Το τρεχαλητό τους στην έρημη ράχη του δρόμου αγκομαχά. Τους ακούω ν' ανεβαίνουν στο πεζοδρόμιο, ενώ εγώ σκουπίζω το φτύσιμο του Λεωνίδα προσπαθώντας να συναρμολογηθώ από την προστυχιά στο κορμί του αδερφού μου, που δε βρίσκω λόγια, μήτε δύναμη για να την αντέξω. Περπατάνε βιαστικά. Οι ανάσες τους χοροπηδάνε κι ύστερα τίποτα. Όλα έσβησαν, μαζί κι ο τελευταίος απόηχος που άφησε το : "φύγεεεεεεε...".
Είμαι ταραγμένη. Προσπαθώ να κρατηθώ όρθια για να μην καταρρεύσω. Βγάζω από την τσάντα μου σαν νευρόσπαστο μια φωτογραφία- πρόσκληση του Λεωνίδα, μαζί με το λευκό τριαντάφυλλο που μου έστειλε. Πάλλονται τα χέρια μου σαν εκκρεμές από την ταραχή, ενώ δάκρυα έχουν ανέβει ως τα μάτια μου που τα βουρκώνουν. Η πίκρα έρχεται σαν κόμπος και δένεται στο λαιμό μου. Νιώθω τόσο βλάκας. Σφραγίζω το στόμα μου με την παλάμη του δεξιού μου χεριού, πνίγοντας έτσι την κραυγή απελπισίας που ήταν έτοιμη να ορμήσει στον αέρα. Κοιτάζω την κλειδαριά που συγκρατεί τη χοντρή αλυσίδα στην αυλόπορτα και με παίρνουν τα κλάματα. '' Τόσος δρόμος μέσα στη νύχτα", σκέφτομαι κι απελπίζομαι.
Τα αγριόχορτα απειλητικά υψώνονται παντού. Οι τοίχοι είναι ξεφτισμένοι και οι σκιές που ρίχνουν είναι τρομαχτικές. Οι πόρτες όλες κλειστές. Τα παράθυρα σφραγισμένα. Το σκοτάδι ακαθόριστο, δίχως άλλο ήχο, κατάπιε μέσα του τις φιγούρες του Λεωνίδα και του Πέτρου. Ιδρωμένες σαν δοκάρια στις κόγχες των ματιών μου έρχονται να τα ξεριζώσουν. Τους βλέπω ακριβώς εκεί, στο μεγάλο κρεβάτι. Λούζονται στο φεγγαρόφωτο. Τα πρόσωπά τους στραφταλίζονται. Το δωμάτιο μυρίζει βαρβατιά. Μαρμαρωμένη τους κοιτάζω. Δεν μπορώ να δεχτώ αυτό που βλέπω. Πως να ισορροπήσω αυτό που είναι πέρα από τη φύση; Πως να το δεχτώ;
Ο αδερφός μου πήρε τη θέση μου. Ο Λεωνίδας με απέριψε για τον Πέτρο. Πάω να σκάσω. Δεν είναι δυνατόν. Θα παραλογίζομαι, σκέφτομαι. Ξέμπλεξαν τα σώματά τους αναμαλλιασμένοι. Πρώτα με είδε ο Λεωνίδας που φόρεσε ανάποδα την ενοχή του κι άρχισε να ουρλιάζει για να φύγω. Τα μάτια του κρύα από το σάστισμά του, όπως σεντόνια που ντύνουν νεκρούς. Ο Πέτρος είναι σαν χαμένος στον ωκεανό και ντύνεται όπως-όπως. Ο Λεωνίδας δεν είχε τίποτα να περιμαζέψει. Ούτε αυτό το πέος του, που είχε την ίδια μαραμένη όψη σαν τη μούρη του. Εκείνο έσταζε κι αυτός βρυχιόταν: "Φύγεεεεεεε..." Τα μάγουλά του άστραφταν στο φεγγαρόφωτο. Τό ίδιο και τα οπίσθιά του αδερφού μου. Τι φρίκη! Τα μάτια του γυάλιζαν και πετάχτηκαν καταπάνω μου σαν πέτρες από χέρι κάποιου οργισμένου. Κάθομαι τσακισμένη, όπως δέντρο που το καίει κεραυνός κι εκείνος προσπαθεί με όλη τη δύναμη της φωνής του να με διώξει. Αλλά μένω ακούνητη. Καμία δύναμη δεν υπάρχει για να με μετακινήσει. Πέρασν δίπλα μου. Τόσο απλά. Τόσο φυσικά και χώθηκαν μέσα το σκούρο της νύχτας με τα εφαρμοστά σαν γάντι τζιν παντελόνια τους. Έγιναν ένα με το σκοτάδι και χάθηκαν στη γλυκιά του αμαρτία, όπως ο σατανάς στην αναποδιά του.
Παιζόταν ένα αλλόκοτο παιχνίδι που δεν μπορούσα να καταλάβω. Στην τωρινή πρόσκληση του Λεωνίδα ερχόταν η πρόσκληση των τόσων χρόνων, με τις αναμνήσεις που με βασανίζουν ακόμα, ενώ πίστευα πως είχα λευτερωθεί από αυτές. Τι σημαίνει η απρόσμενη πρόσκλησή του και η ασυνέπεια της συνάντησής μας; Τότε με είχε διώξει βίαια. Μια εποχή που στα σπλάχνα μου κυοφορούσα το μόλις ενός μηνός παιδί μας. Τώρα γιατί θέλησε ύστερα από τόσα χρόνια σιωπής να συνατηθούμε, στο ίδιο σημείο, την ίδια ημερομηνία όπου πριν χρόνια συνέβη το αναπάντεχο εκείνο γεγονός;
Ήρθε ένα παλιρροιακό κύμα και με σακάτεψε. Σάρωσε όλα μου τα όνειρα και τον επόμενο τόνο της όποιας πορείας μου, με μια αυθάδεια επίμονη. Εκείνο το ¨φύγε"...Η τελευταία του τότε λέξη. Το τέλος μιας σχέσης δίχως συγνώμη, δίχως εξήγηση, δίχως τίποτα, για την όλη εκείνη απόρριψη. Χάθηκε κι αυτός για να ξεχάσει. ποτέ δε μιλήσαμε γι' αυτό. Αποφεύγουμε σαν συνεννοημένοι για να μην κομματιστούμε, από την όποια τυπική συναρμολόγησή μας, για τη μαμά. Δεν έμαθε κανείς ποτέ τίποτα για εκείνο το τρομερό βράδυ. Κανείς!
Αναδιπλώνω τη φωτογραφία. Κοιτάζω ξανά και ξανά το ρολόι μου. Αφουγκράζομαι. Από την αγωνία μου και τον εκνευρισμό μου κάνω τη φωτογραφία του ένα μικρό και τσαλακωμένο σβολαράκι. Δεν μπορεί, σκέφτομαι, να με περιπαίξει τόσο άσχημα και νε με φέρει εδώ από την Αθήνα νυχτιάτικα. Το ξεδιπλώνω ταραγμένη αργά-αργά και το ισιώνω, ακουμπώντας το πάνω στο μηρό μου. Ο Λεωνίδας φιγουράρει καμαρωτός. Γυρίζω στο πίσω μέρος της φωτογραφίας και διαβάζω: "Αρετή, στις 22 Ιουνίου να είσαι επειγόντως στο σπιτάκι του κήπου στην Ελάτεια. Είναι θέμα ζωής και θανάτου. Ακριβώς στις δώδεκα και μισή, μετά το μεσονύχτι. Λεωνίδας". Όμως δεν είναι πουθενά. Παντού βρίσκεται ο ποδοπατημένος μου εαυτός γι' άλλη μια φορά στο ίδιο σημείο, την ίδια νύχτα ύστερα από τόσα χρόνια, από τον ίδιο άνθρωπο. Δεν το χωράει ο νους μου. Τα μηνίγγια μου χτυπούν σφυριές δυνατότερες στα πλαϊνά του κρανίου μου. Το αίμα μου βράζει θυμωμένα. Δε συγχωρώ τον εαυτό μου. Σαν παιχνιδάκι στα χέρια του, σαν...Δε θέλω να σκέφτομαι τίποτα. Μπορεί κάπου να είναι κρυμμένος στο σκοτάδι και να γελάει με την αδημονία μου. Μπορεί όμως να του συνέβει κάτι πολύ σοβαρό και δεν μπόρεσε να έρθει. Τι όμως; Κι αν άλλαξε γνώμη;
Δίνω μια κλωτσιά στο παλούκι που συγκρατεί την αυλόπορτα. Είμαι ένας συναισθηματικός βλάκας, σκέφτομαι. Πάει μπροστά η καρδιά μου σαν xαζοπούλι, δίχως λογική. Καλά να πάθω. Φοβήθηκα μην και πάθει κάτι το ελεεινό του τομάρι. Αυτή του η φράση, "είναι θέμα ζωής και θανάτου". Αυτή με ξεσήκωσε. Ζαρώνω σαν την τσαλακωμένη του φωτογραφία. Δίχως άλλο οι δίπλες της μοιάζουν σαν ράχες της συνείδησης, όπως οι κορυφές των βουνών που σε προκαλούν να φτάσεις ως εκεί ή έστω να ονειρευτείς το ύψος τους. Τόσα χρόνια προσπαθούσα να βρω τον εαυτό μου. Να διώξω το κόμπλεξ της απόρριψης και της συμπαιγνίας. Δεν είναι λίγο να σε πετάει στα σκουπίδια ο άνθρωπος με τον οποίο έκανες όνειρα για το μέλλον και στη θυέση σου να βάζει τον αδερφό σου. Να ήταν τουλάχιστον γυναίκα, ίσως πιο εύκολα να το δεχόμουν. Να ήταν ένας άλλος! Ένας ξένος! Μα με τον αδερφό μου; Πως να δεχτώ φυσιολογική τη σεξουαλική συνεύρεση των δυο ανδρών; Τι βάρος! Κι αυτή η συμπεριφορά του αδερφού μου, πως να εξηγηθεί; Πως να τον δεχτώ; Η πρώτη πράξη που μου συνέβη από το δυνατό σοκ ήταν ν' αποβάλλω το κύημα. Πόνεσα. Φοβήθηκα. Σιχάθηκα τον εαυτό μου. Μίσησα τον έρωτα. Μίσησα τον αδερφό μου. Έπειτα πέρασε καιρός και είδα τα πράγματα με άλλα μάτια κι ένιωσα ξαφνικά πως ο μόνος δρόμος για να γνωρίσεις τον εαυτό σου και να τον αποδεχτείς έτσι όπως είναι δεν υπάρχει παρά ένας και μοναδικός. Κι αυτός είναι η αγάπη, όχι μόνο για σένα, αλλά και για τους άλλους.
Πριν φτάσω ως εδώ απόψε ήμουν ήρεμη με μια κρυμμένη λαχτάρα, σαν από χαρά ερχόμενη, για τη συνάντηση μαζί του. Ύστερα από τόσα χρόνια! Τι αγωνία κι αυτή! Από καιρό είχα πα΄ρει όλες τις αποφάσεις μου γι' αυτόν. Μα τώρα, καθώς κοιτάζω το ρολόι μου, το κλειδωμένο και σκοτεινό του σπίτι και το τσαλακωμένο του πρόσωπο στη φωτογραφία, νιώθω μια οργή για όλα τα χρόνια που η μορφή του με ταλαιπώρησε. Τώρα καμιά συμπάθεια δεν ξεπετάγεται γι' αυτόν. Κανένας οίκτος. Όμορφη σκέψη καμιά, ούταε έστω φευγαλέα. Μια μάζα μόνο ψυχρών και θερμών ρευμάτων, σαν νέφη που τα σπρώχνει ο άνεμος σ΄όλο μου το αίμα, συγκρούονται μέσα στις φλέβες μου και η ταραχή μου δε συμμαζεύεται. Σαν μια φαντασίωση. Σαν ένα ψέμα. Σαν ένα τίποτα τόσο δυνατό που με ξεριζώνει συθέμελα.
Κάνω στροφή προς τα πίσω. Στρίβω στη γωνία δεξιά. Κατηφορίζω. Ξαναστρίβω στην άλλη γωνία, πάλι δεξιά και βρίσκομαι από την πίσω αυτλή του σπιτιού, ακριβώς μπροστά στο δωμάτιο του κήπου. Σπρώχνω την αυλόπορτα με δύναμη και το σύρμα που την συγκρατούσε υποχωρεί. Τα αγριόχορτα είναι οργιαστικά. Πνίγουν τα πάντα. Κόβω δρόμο ανάμεσά τους και φτάνω στο δωμα΄τιο. Αυτό το τόσο γνωστό, που τα όσα συνέβησαν εκεί με ξεθεμελίωσαν πολλές φορές και ταυτόχρονα με συγκρότησαν μυστήρια, για να βρω αυτό που ρίζωσε μέσα μου για πάντα.
Η ράχη της πόρτας σκοτεινή. Πιάνω το πόμολο αποφασιστικά, αλλά εκείνο αντιστέκεται σ' όποιο στρίοψιμο κι αν του κάνω. Η πόρτα είναι κλειδωμένη. Δεν είναι κανένας. Η αυλίτσα ολόγυρά μου όπως ήταν. Τίποτα δεν έχει αλλάξει. Μόνο τα χόρτα είναι ψηλότερα, όπως και τα σκοτάδια. Αυτές οι σκιές που σχηματίζουν τα αγκωνάρια του σπιτιού, τα δέντρα, η κληματαριά, η βρύση και τα παλούκια του φράχτη αλλάζουν σχήματα. Ταυτίζονται με τις εσώτερες φοβίες που είναι στα βάθη της ψυχής μας και μας απειλούν. Ανατριχιάζω. Οι γείτονες ολόγυρα κοιμούνται κι εγώ μέσα στα σκοτάδια αναζητώ φαντάσματα, σε ένα σπίτι που έχω να πατήσω το πόδι μου τόσα χρόνια...Ίχνος φωτός δεν υπάρχει στα σπίτια. Μήτε ακούγεται ψίθυρος ανθρώπου. Μόνο τα τριζόνια ακούγονται σαν ένοικοι τωνπάντων και η καρδιά μου, που χτυπάει καμπανάκι SOS.
Απορώ με την υπομονή κι επιμονή μου, που ενώ δεν είναι συνεπής στο κάλεσμά του ο Λεωνίδας εγώ ζητώ να βεβαιωθώ. Ανεβαίνω τα σκαλοπάτια του σπιτιού του. Δεν υπάρχει κανένας. Μόνο οι όγκοι του σκοταδιού άδειοι με απειλούν. Η απουσία του με θλίβει κι έρχεται να προστεθεί κι αυτή η θλίψη του παρελθόντος. Αυτή η παμπάλαια, η αραχνιασμένη και τόσο ξεχασμένη, που την νιώθω μέσα μου να ρέει σχεδόν ηδονικά, σαν μυστικό εγωκεντρικό που με κατακλύζει. Ο εαυτός μου μια αιώρα που λικνίζεται στο θλιβερό του σύννεφο με μια διάθεση να εκσφενδονιστώ μακριά, πολύ μακριά από τους ανθρώπους. Τι τρυφερός εγωισμός είναι το λιλιπούτειο αίσθημα που ξαφνικά με τυλίγει!
Τσακισμένη ψυχολογικά, κλείνω πίσω μου το ξύλινο πορτάκι της αυλής με όση δύναμη κατορθώνω ν' ανασύρω από μέσα μου. Με βήματα σβησμένα, έτοιμη να πέσω καταγής, βγαίνω σωστό ερείπιο στο χωματόδρομο. Ήρθε ένας άνεμος με άρωμα λυγαριάς και με χαστούκισε. Δυναμώνει μέσα μου αυτό που κόντεψε να σβήσει και ορθώνεται με μια ορμή μυστηριακή. Στυλώνομαι όσο μπορώ και προχωρώ ευθεία. Περνάω το μικρό γεφυράκι. Κανένας ήχος νερού δεν ακούγεται στα χοντρά λιθάρια από κάτω του. Φαλακρά στέκουν στο φως της σελήνης και προδίδουν την ξηρασία του κάποτε ζωηρού ρέματος. Μπόχα από ψοφήμι φτάνει στα ρουθούνια μου. Τα κλείνω ερμητικά με τα δάχτυλά μου και προχωρώ. Τι αηδία! Ολόγυρα τα σπίτια έχουν ανοιχτά παράθυρα για να δροσίζονται. Πως αντέχουν;
Κρατώ ακόμα τα ρουθούνια μου σφιχτά. Κοντεύω να σκάσω. Περπατάω γρηγορότερα, δίχως να γυρίσω πίσω μήτε αυτό το βλέμμα μου. Φτάνω μακριά. "Ουφ", κάνω και αναπνέω λίγο καθαρό αέρα, που έρχεται κατευθείαν από τον Παρνασσό. Ορθώνεται επιβλητικός με το μεγαλόπρεπο μπόι του και μαγεύει τη νύχτα, δίνοντας στην περιοχή μια άλλη ανάταση.

(απόσπασμα από 7-20 σελίδα)Άδεια Creative Commons
Αυτό το εργασία χορηγείται με άδεια Creative Commons Αναφορά Δημιουργού-Μη Εμπορική Χρήση-Όχι Παράγωγα Έργα 4.0 Διεθνές .

© Nότα Κυμοθόη