Κείμενα, Ποίηση, Φωτογραφίες κι Έργα Τέχνης:Κυμοθόη Νότα

Κείμενα, Ποίηση, Φωτογραφίες κι Έργα Τέχνης:Κυμοθόη Νότα
Νότα Κυμοθόη Λογοτέχνης και Ζωγράφος

Σάββατο, 10 Ιανουαρίου 2009

ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ ΝΟΤΑ ΚΥΜΟΘΟΗ: ΒΙΒΛΙΟ "Η ΛΥΤΡΩΣΗ" εκδ. Ίαμβος 2006


ΒΙΒΛΙΟ
"Η ΛΥΤΡΩΣΗ"
Νότα Κυμοθόη
εκδ. Ίαμβος 2006
ISBN:960-89154-5-7
Επιμέλεια εξωφύλλου: Αιμίλιος Μπαρμπάτος
Σειρά: Ελληνική Λογοτεχνία
copyright: Εκδόσεις Ίαμβος
Χ. Τρικούπη 31, Αθήνα 106 81
τηλ. 210 3300443,Fax: 210 3300464
Διόρθωση κειμένων: Γκιόκα Ασπασία
Εκτύπωση: Δούνιας Χαρ.& Σια Ο.Ε.
Α' έκδοση 2006
Β' έκδοση 2007
ΑΛΗΘΙΝΗ ΙΣΤΟΡΙΑ
Η ΛΥΤΡΩΣΗ
(
" Μια συνταρακτική είδηση. Η ανάγκη για φυγή. Η περιπλάνηση. Είναι όλα αυτά που με αλυσιδωτές αντιδράσεις θα οδηγήσουν την Αρετή σ' έναν αγωνιώδη μονόλογο. Μονόλογο απ' τον οποίο ανασυνθέτει ψηφίδα-ψηφίδα τη ζωή της. Θα βρει αδιέξοδο.
Θα ταξιδέψει. Θα περιπλανηθεί. Μαδράς, Κάμα Σούτρα, Καλκούτα, Μπενάρες, Δελχί, Άγκρα, Τατζ Μαχάλ, Ντάτζιρλικ, Μπανγκαλόρ...είναι μόνο λίγα από τα μέρη που θα περάσει, που θ' αναμειχθεί με τους εκατομμύρια ντόπιους. Θα έρθει αντιμέτωπη με τη φτώχεια αλλά και την πολυτέλεια. Με τον πόνο αλλά και με τη χαρά...Αντιθέσεις πουμέσα από μια νέα κουλτούρα, μια άλλη θρησκεία, έναν άλλο τρόπο ζωής, από έναν κόσμο που μαρτυρά ότι "ο κόσμος δεν υπάρχει πια" θα την βοηθήσουν να συνειδητοποιήσει την πραγματικότητα. Θα συνθέσουν κομμάτι-κομμάτι την πορεία προς τη Λύτρωση. Μέχρι τη στιγμή που αναπάντεχα γεγονότα απ΄την Αθήνα θα ανατρέψουν για μια ακόμη φορά τη ζωή της. Θα επιστρέψει στην Ελλάδα. Θα κατορθώσει όμως να σβήσει τα σημάδια; Θα κατορθώσει ναβρει επιτέλους τη Λύτρωση;
Μια αληθινή ιστορία. Μια εσωτερική αναζήτηση που κινείται μέσα από το χιούμορ, τη φαντασία, το δράμα, τη φιλοσοφική και ταξιδιάρικη διάθεση της Νότας Κυμοθόη σ' ένα ευχάριστο βιβλίο, βασισμένο σε πραγματικά πρόσωπα και καταστάσεις.άσεις.
Χιονάτη Παπαδάκη"


Αναζητήστε το στα βιβλιοπωλεία



Επικοινωνία με Nότα Κυμοθόη στο: 
kimothoinota@gmail.com


Ευχαριστώ για την αγάπη σας
και το χρόνο που διαθέσατε!

ΒΙΒΛΙΟ:"Η ΔΡΑΣΚΕΛΙΑ ΤΟΥ ΗΛΙΟΥ", Ο ΕΠΙΓΕΙΟΣ ΘΕΟΣ ΤΗΣ ΙΝΔΙΑΣ, Νότα Κυμοθόη 2002


ΒΙΒΛΙΟ  
"Η ΔΡΑΣΚΕΛΙΑ του ΗΛΙΟΥ"
Ο ΕΠΙΓΕΙΟΣ ΘΕΟΣ ΤΗΣ ΙΝΔΙΑΣ
Νότα Κυμοθόη 
Κ.Α.: 70 1012
ISBN:960-380-114-3
ISBN SET: 960-380-113-5
ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΔΙΑΘΕΣΗ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ
ΧΡΗΣΤΟΣ Ε. ΔΑΡΔΑΝΟΣ

© Nότα Κυμοθόη

-------------------------
ΕΛΛΗΝΕΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΕΣ
ΝΟΤΑ ΚΥΜΟΘΟΗ
Η ΔΡΑΣΚΕΛΙΑ ΤΟΥ ΗΛΙΟΥ
Ο ΕΠΙΓΕΙΟΣ ΘΕΟΣ ΤΗΣ ΙΝΔΙΑΣ
ISBN: 960-380-114-3

© Nότα Κυμοθόη

-------------------------------

 Νότα Κυμοθόη
(από το οπισθόφυλλο)
Η Δρασκελια του Ήλιου
ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ
"Στις ημέρες μας όλα έχουν γίνει προσάναμα στο βωμό του κέρδους
και μυριάδες άνθρωποι ζούνε μαζί και νιώθουν μόνοι. Ο έρωτας όμως
δεν έχει δόγμα, ούτε εθνικότητα. Η ανθρώπινη φύση μέσα στο ερωτικό της πάθος συνεχίζει να φτιάχνει απίθανους συνδυασμούς. Δίνει γεύση και ρίγος στ' απλά
πράγματα που φορτίζονται παράξενα κι ο μέσα εαυτός μοιάζει κάποιες φορές
σαν άδειος. Αν συμβεί όμως να συναντηθούν έστω μια μόνο στιγμή
ο έρωτας και το όνειρο, τότε η ευτυχία περνάει και μας αγγίζει.
Θα θέλαμε τότε να την κρατήσουμε συνοδό σε όλη μας τη ζωή. Αλλά ο έρωτας
θέλει περιθώρια χρόνου για ν' αποκτήσει κάτι από το άφθαρτο του ονείρου,
εκτός κι αν η Μοίρα επέμβει και φέρει άλλη τροπή στις σχέσεις.
Η ηρωίδα του βιβλίου, αναζητώντας τη δρασκελιά του ήλιου, κάνει ένα ταξίδι στην Ανατολή, για να ξεφύγει από τα προβλήματα της σύγχρονης ζωής στην πρωτεύουσα.
Με άμεσο τρόπο, παρασύρει τον αναγνώστη σε μια αναζήτηση της χαμένης του αθωότητας: ερωτικά, πνευματικά, πολιτισμικά, κοινωνικά, ερευνά την αλήθεια, αναζητώντας το άσπιλο, την σοφία και τη χαρά σε καθημερινά πράγματα.
Η Νότα Κυμοθόη, κάνει τον αναγνώστη οδοιπόρο μιας χαμένης αθωότητας.Γραφή και τρόπος άμεσος σε ένα εξαιρετικό μυθιστόρημα επαφής του ελληνικού και ινδικού τρόπου σκέψης, όπου η ελπίδα, το κουράγιο και η δύναμη προχωρούν θαρρετά, χέρι-χέρι."

ΔΙΑΒΑΣΤΕ...από τις σελίδες του βιβλίου
Η ΔΡΑΣΚΕΛΙΑ ΤΟΥ ΗΛΙΟΥ
(Ο ΕΠΙΓΕΙΟΣ ΘΕΟΣ ΤΗΣ ΙΝΔΙΑΣ)

Υπάρχει μόνο μια φυλή
η φυλή των ανθρώπων.
Υπάρχει μόνο ένας Θεός
ο Θεός της αγάπης.
Υπάρχει μόνο μία γλώσσα
η γλώσσα της καρδιάς!
(Sri Satya Sai Baba)


H AΣΥΝΕΠΕΙΑ ΜΙΑΣ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗΣ

       Στην Ελάτεια ο Ιούνιος είναι ζεστός μήνας. Οι μέρες σφύζουν από καύσωνα. Οι λόφοι ολόγυρα με τις ελιές και παραπίσω τα γυμνά βουνά την σφίγγουν. Σαν μαντήλι μοιάζουν σε λαιμό γυναίκας που δυσκολεύεται ν' ανασάνει. Ο κάμπος αποπνέει μια δυνατή υγρασία, που δε βαστιέται με τίποτα. Ξεπετάγεται ορμητική από τα καλλιεργημένα χωράφια κι ανακατεύεται με μυρουδιές καλοκαιρινές. Όπως αυτή της καλαμιάς, που έμεινε ύστερα από το θέρισμα του σταριού. Μαζί μ' αυτή της πεπονίλας, που έρχεται από τα πρώιμα μποστάνια κι ανασαίνει αρωματικά μέσα στη νύχτα, σχεδόν χοροπηδά. Τα χρυσοκίτρινα πεπόνια ωριμάζουν στα μποστάνια ανάμεσα από φυτείες με ντομάτες, που κοκκινίζουν έντονα και θερρετά στις βαθυπράσινες κλάρες. Οι εκτάσεις των καπνοχώραφων εισβάλλουν ανάμεσά τους με διάθεση να εκτοπίσουν όλες τις άλλες καλλιέργειες με μια βαριά μυρωδιά φυτοφάρμακου. Οι νύχτες είναι φωτεινές από τα άστρα. Στις πλατείες τα παιδιά και οι γονείς τους χαίρονται μικρά διαλείμματα. Στις γειτονιές ανάβει το παιχνίδι. Οι φράχτες αναπνέουν γιασεμί κι αγιόκλημα. Οι αυλές και οι κήποι φουντώνουν πράσινο. Οι περικοκλάδες ξεμυαλίζονται από το φως που πέφτει πάνω τους και κρατούν τα χωνένια τους άνθη ορθάνοιχτα ως αργά το βράδυ, που οι άνθρωποι πάνε για ύπνο. Ξενυχτάνε κι αυτές μαζί τους και κρυφακούνε τα όσα λέγονται στις γειτονιές και στις πλατείες. Τα νυχτολούλουδα μοσχοβολούν. Οι κορομηλιές καμαρώνουν για τους χρυσοκόκκινους καρπούς τους, που μοιάζουν σαν σκουλαρίκια. Αλλά δεν τα καταδέχεται κανένας. Οι συκιές έχουν βγάλει τα πλατύτερα φυλλώματα λες και θέλουν να κρύψουν τα αχαμνά τους, δίχως να το πετυχαίνουν. Τα σύκα ωριμάζουν ανυποψίαστα. Οι κληματαριές αναδιπλώνονται κι όλο τυλίγονται στις κρεβατίνες τους με τις λυγερές τους βέργες και με τα αγουρίδια τους να κρέμονται μέσα στις φυλωσσιές σαν θεία δώρα, κάνοντάς σε να λαχταράς ώριμα σταφύλια.
Σχεδόν μεσάνυχτα. Για την ακρίβεια έντεκα και σαράντα οκτώ λεπτά και το τρένο βόγκηξε στις ράγες του. Τα φρένα του στρίγκλισαν. Έκοψε ταχύτητα και σταμάτησε στο σταθμό της Τιθορέας.
Κατεβαίνω βιαστική. Κανένας άλλος. Μοναδικός επιβάτης αποβίβασης μόνον εγώ. Ο σταθμάρχης με ζυγιάζει με τα μάτια του από την κορυφή του κεφαλιού μου ως τα νύχια των ποδιών μου. Εισβάλλει αδιάκριτα πάνω μου και μοιάζει να με γδύνει, έτσι που με κοιτάει επίμονα. Προχωρώντας αναγκαστικά προς το μέρος του, περνώ δίπλα του κι αυτός με κολασμένο και χαυνωτικό ύφος μου χαμογελάει και μου λέει μια τόσο γλυκειά "καλησπέρα", σαν να γνωριζόμασταν από χρόνια. Προσπερνώ βιαστική, κρατώντας τα ρουθούνια μου. Μια ξαφνική μπόχα ξεμύτιζε από αυτόν ανάμιχτη από ιδρώτα και αλκοόλ. Βγαίνω στο πίσω μέρος από το πέτρινο κτίριο του σταθμού κι αναζητώ το δρόμο.
Νιώθω αρκετά καλά. Για τα τριάντα μου λυγερή κι ευκίνητη. Τα μακριά μου μαλλιά γλύφουν τους γυμνούς μου ώμους, όπου προσπαθεί να εισχωρήσει το νυχτερινό αεράκι που τέτοια ώρα κατεβαίνει από τις κορφές του Παρνασσού και ανακουφίζει την περιοχή από την κάψα της ημέρας.
Παίρνω το πρώτο ταξί που φτάνει ασθμαίνοντας.
-Για την Ελάτεια, παρακαλώ, λέω στον ταξιτζή, που έχει το κεφάλι του έξω από το ανοιχτό παράθυρο της πόρτας του, κρεμασμένο σαν αρπαχτικό.
-Φύγαμε, απαντά εκείνος.
Κάθομαι στο πίσω κάθισμα, όσο αναπαυτικά μπορώ. Τρόπος του λέγειν δηλαδή, γιατί η αγωνία μου έχει κορυφωθεί. Από τα μισάνοιχτα παράθυρα το αεράκι φέρνει όλες τις μυρουδιές. Πρώτα ήρθαν αυτές του γιασεμιού και των βασιλικών για να με καλωσορίσουν. Βγαίνουν από τις αυλές των σπιτιών της Κάτω Τιθορέας. Δε βαστούν όμως για πολύ. Η καρδιά μου πάει να σπάσει. Παίρνουμε τη μεγάλη στροφή. Περνάμε πρώτα τη γέφυρα του Κηφισού ποταμού, που κυλάει ήρεμα τα λιγοστά νερά του και ύστερα μια άλλη γέφυρα ενός κατάξερου παραπόταμου και βλέπω τα πρώτα φώτα της Ελάτειας. Εκεί στο βάθος ανασαίνει η πόλη και μαζί της θα μετρά τα δευτερόλεπτα κι εκείνος. Τόσα χρόνια! Πως πέρασαν τόσο γρήγορα! Αγωνιώ να φτάσω. Ίσως από περιέργεια, ίσως από ενδιαφέρον, δεν ξέρω τι να υποθέσω για το ανυπότακτο χτυποκάρδι στα κατάβαθα της καρδιάς μου.
Ο Λεωνίδας Λαμπαδάς ζήτησε να με δει ύστερα από τόσα χρόνια. Ίδιο τοπίο. Όλα όπως τα είχα αφήσει. Δέκα λεπτά απόσταση και νομίζω πως είναι ένας αιώνας. Ευτυχώς ήρθαν οι καμπίσιες μυρουδιές και μου φτιάξανε μια διάθεση πολλά υποσχόμενη.
Ο χοντρούλης οδηγός, μέσα από τα σκόρπια καθρεφτάκια που ήταν τοποθετημένα σε διάφορα σημεία στο εσωτερικό του ταξί, με περιεργάζεται. Τα πονηρά του μάτια με κόβουν και με ράβουν οριζοντίως και καθέτως. Σαν χαφιές της χούντας με παρακολουθεί από παντού. Εγώ απροστάτευτη αφήνομαι στο βλέμμα του, μην έχοντας τρόπο να το αποφύγω. Ώσπου δεν άντεξε και ρώτησε απότομα, ενώ εγώ τρομοκρατήθηκα από την ένταση της φωνής του.
-Να με συμπαθάτε. Είστε από τα μέρη μας; Δε σας έχω ξαναδεί, δικαιολογήθηκε, θιγμένος τάχα για την περιέργειά του.
-Όχι, απαντώ και στρίβω το κεφάλι μου κοιτάζοντας εκεί έξω τα κυπαρίσσια και τις ελιές.
Αχ, αυτές οι ελιές κάτω από το νυχτιάτικο φως του καλοκαιριού, πόσο ωραία ντύνονται με ασήμι. Σαν φωτόδεντρα μοιάζουν. Όλα έξω λαμπυρίζουν ως εκεί που προχωράει το βλέμμα, πέρα βαθιά στον ορίζοντα, μέχρι τη ράχη του βουνού που είναι στα δεξιά του. Κάτω στα ριζά του κοιμάται ο κάμπος με τα μικρά του φωτάκια, σαν φαναράκια σε χέρια αόρατα ή φωτεινά μάτια που παραφυλάνε στο σκοτάδι. Τι να είναι αυτά εκεί τα φώτα στις ερημιές; Αναρωτιέμαι σκεφτική για να ξεφύγω από τα μάτια που μέσα από τους καθρέφτες με παρατηρούν συνεχώς. Δεν απάντησε κανένας. Όμως ερχόταν μια σιγουριά συντροφική μέσα από τον κάμπο. Σκορπούσε τις φοβίες και τα φαντάσματα που πήγαν να φωλιάσουν στη σκέψη μου. Μια παρηγοριά απρόσμενη ήρθε και θρονιάστηκε στην καρδιά μου. Βγάζω από την τσάντα με τρόπο το μικρό μου καθρεφτάκι. Φτιάχνω λίγο τα μαλλιά μου. Διορθώνω και το κραγιόν στα χείλη μου. Κοιτάζω το πρόσωπό μου κι ένα αλλόκοτο χτυποκάρδι έρχεται και φεύγει. Τόσα χρόνια...Τα σκέφτομαι και μου 'ρχεται μια θλίψη ως επάνω έτοιμη να ξεχειλίσει από την καρδιά μου και να ξεχυθεί με κλάματα από τα μάτια μου. Φτάνουμε στην Ελάτεια. Ο δρόμος περνάει μέσα από το κέντρο της .
-Που θα κατεβείτε; ρωτάει ο ταξιτζής με τη χαρακτηριστική φωνή του.
-Στο δασύλλιο παρακαλώ, απαντώ κοφτά.
Δεν έχω καμιά διάθεση για παραπανίσιες κουβέντες. Στα καφενεία της πλατείας κουτσομπόληδες άντρες, σχεδόν μεσάνυχτα, κάθονταν έξω στις αραδιασμένες καρέκελες, ενώ άλλοι στέκονταν όρθιοι καταμεσής της πλατείας ή στην άκρη του δρόμου. Στρέψαν το κεφάλι τους για να δουν ποιος είναι τέτοια ώρα στο ταξί. Το βλέμμα τους διαπεραστικό. Με ενοχλεί αυτή η περίεργη ματιά τους, αλλά το ξεπερνώ αμέσως μόλις προσπεράσαμε. Ύστερα από τέσσερα τετράγωνα φτάνουμε στο μικρό δασύλλιο. Ακριβώς στο σταυροδρόμι κατεβαίνω. Από το στήθος μου ένας αναστεναγμός βγαίνει στον αέρα. Ευτυχώς απαλλάχτηκα νωρίς από την παρουσία του ταξιτζή, που ακόμα στεκόταν εκεί πίσω με τα δυνατά του φώτα αναμμένα.
Κατηφορίζω στο χωματόδρομο ακριβώς μπροστά μου, πατώντας όσο πιο ελαφριά μπορώ. Τριζόνια χαίρονται της νυχτιάς την ομορφιά και το διαλαλούνε. Σπαθίζουν αστραπιαία κάποιες νυχτερίδες. Άνθρωπος κανένας δε φαίνεται πουθενά. Στρίβω στο στενό δρομάκι που είναι στα δεξιά μου κι ακούω το ταξί να φεύγει με δυνατό μαρσάρισμα. Προχωρώ με λαχτάρα. Η καρδιά μου χτυπά τόσο παράξενα. Βλέπω την αυλόπορτα του σπιτιού του. Κοντοστέκομαι. Έξω δεν είναι κανένας. Το σπίτι είναι σκοτεινό. Η ταραχή μου κορυφώνεται. Δυο βήματα και...Φτάνω. Μια αναπνοή μας χωρίζει από το σημείο που μου είπε να συναντηθούμε.
Έρχεται μια φωνή δυνατή κι επιβλητική που με συντρίβει. Αντηχεί στ' αυτιά μου σαν βομβαρδισμός. Με κομματιάζει.
-Φύγε, είπα φύγε. Φύγεεεεεεε...
Έρχεται από παντού. Μέσα απ' όλο το σπίτι η φωνή του βροντερή με διώχνει.
-Φύγεεεεεεε...
Μια σιωπηλή και θλιβερή μάσκα εγκατάλειψης σκεπάζει όλο του το σπίτι. Στέκομαι ακριβώς στην αυλόπορτα. Σταυρώνω τα πόδια μου και ακουμπώ στο φράχτη για να μην πέσω. Σαν βρικόλακας το παρελθόν περιφέρεται τα μεσάνυχτα και ουρλιάζει. Ξανεμίζει μια θύμηση αραχνιασμένη, γιομάτη σκόνη κι ανάμεσά της ο εαυτός μου να περνάει με χτυποκάρδι. Τα μάτια μου πλανιόνται ολόγυρα και τον ψάχνουν. Διαβαίνουν το παλιό πλακόστρωτο ανάμεσα από τις τσουκνίδες κι αναπηδούν. Φτάνουν στο πορτάκι του μικρού δωματίου που είναι ξέχωρα από το παρελθόν κι αναρριχιέται στο κορμί μου. Παγώνω. Ο Λεωνίδας είναι εκεί μέσα. Από την ανοιχτή πόρτα τον βλέπω στο μεγάλο κρεβάτι. Μπρος στα μάτια μου ολόγυμνος, με τα γεννητικά του όργανα τρανταγμένα από το ξάφνιασμά του που με είδε. Μαζί με τον Πέτρο, τον αδερφό μου και τον καλύτερο φίλο του, που έχει σαστίσει από την παρουσία μου τέτοια ώρα. Έτσι όπως είναι γονατιστός και με τα χέρια του στηριγμένα μπροστά , μοιάζει σαν σκύλα σε περίοδο ζευγαρώματος. Σε χρόνο μηδέν ανασηκώνεται. Κάθεται στο κρεβάτι, τραβώντας στην τρομάρα του το κατωσέντονο για να σκεπάσει τη γύμνια του. Ενώ ο Λεωνίδας ουρλιάζει μανιασμένα: "Φύγεεεεεεε..."
Η φωνή του ορμάει με νύχια σουβλερά που μπήγονται στον κομματιασμένο μου εαυτό και ξεσκίζουν το κορμάκι μου, που τρέμει. Ξεριζώνουν την καρδιά μου. Πονάω, καθώς δεν πιστεύω αυτά που βλέπουν τα μάτια μου. Η φωνή του με εξολοθρεύει. Σκορπίζονται τα μέλη μου στο δρόμο σαν ένα τίποτα. Σαν σκουπιδάκι πάνω στα χαλίκια ποδοπατιέμαι ανελέητα.
Δεν περνάει κανένας. Δεν ακούγεται περπατησιά από πουθενά. Μόνο τα γαλλικά τύπου υποδήματα του Λεωνίδα, μαζί μ' εκείνα τα τριζάτα κι εγχώρια του Πέτρου, αντηχούν στ' αυτιά μου. Το τρεχαλητό τους στην έρημη ράχη του δρόμου αγκομαχά. Τους ακούω ν' ανεβαίνουν στο πεζοδρόμιο, ενώ εγώ σκουπίζω το φτύσιμο του Λεωνίδα προσπαθώντας να συναρμολογηθώ από την προστυχιά στο κορμί του αδερφού μου, που δε βρίσκω λόγια, μήτε δύναμη για να την αντέξω. Περπατάνε βιαστικά. Οι ανάσες τους χοροπηδάνε κι ύστερα τίποτα. Όλα έσβησαν, μαζί κι ο τελευταίος απόηχος που άφησε το : "φύγεεεεεεε...".
Είμαι ταραγμένη. Προσπαθώ να κρατηθώ όρθια για να μην καταρρεύσω. Βγάζω από την τσάντα μου σαν νευρόσπαστο μια φωτογραφία- πρόσκληση του Λεωνίδα, μαζί με το λευκό τριαντάφυλλο που μου έστειλε. Πάλλονται τα χέρια μου σαν εκκρεμές από την ταραχή, ενώ δάκρυα έχουν ανέβει ως τα μάτια μου που τα βουρκώνουν. Η πίκρα έρχεται σαν κόμπος και δένεται στο λαιμό μου. Νιώθω τόσο βλάκας. Σφραγίζω το στόμα μου με την παλάμη του δεξιού μου χεριού, πνίγοντας έτσι την κραυγή απελπισίας που ήταν έτοιμη να ορμήσει στον αέρα. Κοιτάζω την κλειδαριά που συγκρατεί τη χοντρή αλυσίδα στην αυλόπορτα και με παίρνουν τα κλάματα. '' Τόσος δρόμος μέσα στη νύχτα", σκέφτομαι κι απελπίζομαι.
Τα αγριόχορτα απειλητικά υψώνονται παντού. Οι τοίχοι είναι ξεφτισμένοι και οι σκιές που ρίχνουν είναι τρομαχτικές. Οι πόρτες όλες κλειστές. Τα παράθυρα σφραγισμένα. Το σκοτάδι ακαθόριστο, δίχως άλλο ήχο, κατάπιε μέσα του τις φιγούρες του Λεωνίδα και του Πέτρου. Ιδρωμένες σαν δοκάρια στις κόγχες των ματιών μου έρχονται να τα ξεριζώσουν. Τους βλέπω ακριβώς εκεί, στο μεγάλο κρεβάτι. Λούζονται στο φεγγαρόφωτο. Τα πρόσωπά τους στραφταλίζονται. Το δωμάτιο μυρίζει βαρβατιά. Μαρμαρωμένη τους κοιτάζω. Δεν μπορώ να δεχτώ αυτό που βλέπω. Πως να ισορροπήσω αυτό που είναι πέρα από τη φύση; Πως να το δεχτώ;
Ο αδερφός μου πήρε τη θέση μου. Ο Λεωνίδας με απέριψε για τον Πέτρο. Πάω να σκάσω. Δεν είναι δυνατόν. Θα παραλογίζομαι, σκέφτομαι. Ξέμπλεξαν τα σώματά τους αναμαλλιασμένοι. Πρώτα με είδε ο Λεωνίδας που φόρεσε ανάποδα την ενοχή του κι άρχισε να ουρλιάζει για να φύγω. Τα μάτια του κρύα από το σάστισμά του, όπως σεντόνια που ντύνουν νεκρούς. Ο Πέτρος είναι σαν χαμένος στον ωκεανό και ντύνεται όπως-όπως. Ο Λεωνίδας δεν είχε τίποτα να περιμαζέψει. Ούτε αυτό το πέος του, που είχε την ίδια μαραμένη όψη σαν τη μούρη του. Εκείνο έσταζε κι αυτός βρυχιόταν: "Φύγεεεεεεε..." Τα μάγουλά του άστραφταν στο φεγγαρόφωτο. Τό ίδιο και τα οπίσθιά του αδερφού μου. Τι φρίκη! Τα μάτια του γυάλιζαν και πετάχτηκαν καταπάνω μου σαν πέτρες από χέρι κάποιου οργισμένου. Κάθομαι τσακισμένη, όπως δέντρο που το καίει κεραυνός κι εκείνος προσπαθεί με όλη τη δύναμη της φωνής του να με διώξει. Αλλά μένω ακούνητη. Καμία δύναμη δεν υπάρχει για να με μετακινήσει. Πέρασν δίπλα μου. Τόσο απλά. Τόσο φυσικά και χώθηκαν μέσα το σκούρο της νύχτας με τα εφαρμοστά σαν γάντι τζιν παντελόνια τους. Έγιναν ένα με το σκοτάδι και χάθηκαν στη γλυκιά του αμαρτία, όπως ο σατανάς στην αναποδιά του.
Παιζόταν ένα αλλόκοτο παιχνίδι που δεν μπορούσα να καταλάβω. Στην τωρινή πρόσκληση του Λεωνίδα ερχόταν η πρόσκληση των τόσων χρόνων, με τις αναμνήσεις που με βασανίζουν ακόμα, ενώ πίστευα πως είχα λευτερωθεί από αυτές. Τι σημαίνει η απρόσμενη πρόσκλησή του και η ασυνέπεια της συνάντησής μας; Τότε με είχε διώξει βίαια. Μια εποχή που στα σπλάχνα μου κυοφορούσα το μόλις ενός μηνός παιδί μας. Τώρα γιατί θέλησε ύστερα από τόσα χρόνια σιωπής να συνατηθούμε, στο ίδιο σημείο, την ίδια ημερομηνία όπου πριν χρόνια συνέβη το αναπάντεχο εκείνο γεγονός;
Ήρθε ένα παλιρροιακό κύμα και με σακάτεψε. Σάρωσε όλα μου τα όνειρα και τον επόμενο τόνο της όποιας πορείας μου, με μια αυθάδεια επίμονη. Εκείνο το ¨φύγε"...Η τελευταία του τότε λέξη. Το τέλος μιας σχέσης δίχως συγνώμη, δίχως εξήγηση, δίχως τίποτα, για την όλη εκείνη απόρριψη. Χάθηκε κι αυτός για να ξεχάσει. ποτέ δε μιλήσαμε γι' αυτό. Αποφεύγουμε σαν συνεννοημένοι για να μην κομματιστούμε, από την όποια τυπική συναρμολόγησή μας, για τη μαμά. Δεν έμαθε κανείς ποτέ τίποτα για εκείνο το τρομερό βράδυ. Κανείς!
Αναδιπλώνω τη φωτογραφία. Κοιτάζω ξανά και ξανά το ρολόι μου. Αφουγκράζομαι. Από την αγωνία μου και τον εκνευρισμό μου κάνω τη φωτογραφία του ένα μικρό και τσαλακωμένο σβολαράκι. Δεν μπορεί, σκέφτομαι, να με περιπαίξει τόσο άσχημα και νε με φέρει εδώ από την Αθήνα νυχτιάτικα. Το ξεδιπλώνω ταραγμένη αργά-αργά και το ισιώνω, ακουμπώντας το πάνω στο μηρό μου. Ο Λεωνίδας φιγουράρει καμαρωτός. Γυρίζω στο πίσω μέρος της φωτογραφίας και διαβάζω: "Αρετή, στις 22 Ιουνίου να είσαι επειγόντως στο σπιτάκι του κήπου στην Ελάτεια. Είναι θέμα ζωής και θανάτου. Ακριβώς στις δώδεκα και μισή, μετά το μεσονύχτι. Λεωνίδας". Όμως δεν είναι πουθενά. Παντού βρίσκεται ο ποδοπατημένος μου εαυτός γι' άλλη μια φορά στο ίδιο σημείο, την ίδια νύχτα ύστερα από τόσα χρόνια, από τον ίδιο άνθρωπο. Δεν το χωράει ο νους μου. Τα μηνίγγια μου χτυπούν σφυριές δυνατότερες στα πλαϊνά του κρανίου μου. Το αίμα μου βράζει θυμωμένα. Δε συγχωρώ τον εαυτό μου. Σαν παιχνιδάκι στα χέρια του, σαν...Δε θέλω να σκέφτομαι τίποτα. Μπορεί κάπου να είναι κρυμμένος στο σκοτάδι και να γελάει με την αδημονία μου. Μπορεί όμως να του συνέβει κάτι πολύ σοβαρό και δεν μπόρεσε να έρθει. Τι όμως; Κι αν άλλαξε γνώμη;
Δίνω μια κλωτσιά στο παλούκι που συγκρατεί την αυλόπορτα. Είμαι ένας συναισθηματικός βλάκας, σκέφτομαι. Πάει μπροστά η καρδιά μου σαν xαζοπούλι, δίχως λογική. Καλά να πάθω. Φοβήθηκα μην και πάθει κάτι το ελεεινό του τομάρι. Αυτή του η φράση, "είναι θέμα ζωής και θανάτου". Αυτή με ξεσήκωσε. Ζαρώνω σαν την τσαλακωμένη του φωτογραφία. Δίχως άλλο οι δίπλες της μοιάζουν σαν ράχες της συνείδησης, όπως οι κορυφές των βουνών που σε προκαλούν να φτάσεις ως εκεί ή έστω να ονειρευτείς το ύψος τους. Τόσα χρόνια προσπαθούσα να βρω τον εαυτό μου. Να διώξω το κόμπλεξ της απόρριψης και της συμπαιγνίας. Δεν είναι λίγο να σε πετάει στα σκουπίδια ο άνθρωπος με τον οποίο έκανες όνειρα για το μέλλον και στη θυέση σου να βάζει τον αδερφό σου. Να ήταν τουλάχιστον γυναίκα, ίσως πιο εύκολα να το δεχόμουν. Να ήταν ένας άλλος! Ένας ξένος! Μα με τον αδερφό μου; Πως να δεχτώ φυσιολογική τη σεξουαλική συνεύρεση των δυο ανδρών; Τι βάρος! Κι αυτή η συμπεριφορά του αδερφού μου, πως να εξηγηθεί; Πως να τον δεχτώ; Η πρώτη πράξη που μου συνέβη από το δυνατό σοκ ήταν ν' αποβάλλω το κύημα. Πόνεσα. Φοβήθηκα. Σιχάθηκα τον εαυτό μου. Μίσησα τον έρωτα. Μίσησα τον αδερφό μου. Έπειτα πέρασε καιρός και είδα τα πράγματα με άλλα μάτια κι ένιωσα ξαφνικά πως ο μόνος δρόμος για να γνωρίσεις τον εαυτό σου και να τον αποδεχτείς έτσι όπως είναι δεν υπάρχει παρά ένας και μοναδικός. Κι αυτός είναι η αγάπη, όχι μόνο για σένα, αλλά και για τους άλλους.
Πριν φτάσω ως εδώ απόψε ήμουν ήρεμη με μια κρυμμένη λαχτάρα, σαν από χαρά ερχόμενη, για τη συνάντηση μαζί του. Ύστερα από τόσα χρόνια! Τι αγωνία κι αυτή! Από καιρό είχα πα΄ρει όλες τις αποφάσεις μου γι' αυτόν. Μα τώρα, καθώς κοιτάζω το ρολόι μου, το κλειδωμένο και σκοτεινό του σπίτι και το τσαλακωμένο του πρόσωπο στη φωτογραφία, νιώθω μια οργή για όλα τα χρόνια που η μορφή του με ταλαιπώρησε. Τώρα καμιά συμπάθεια δεν ξεπετάγεται γι' αυτόν. Κανένας οίκτος. Όμορφη σκέψη καμιά, ούταε έστω φευγαλέα. Μια μάζα μόνο ψυχρών και θερμών ρευμάτων, σαν νέφη που τα σπρώχνει ο άνεμος σ΄όλο μου το αίμα, συγκρούονται μέσα στις φλέβες μου και η ταραχή μου δε συμμαζεύεται. Σαν μια φαντασίωση. Σαν ένα ψέμα. Σαν ένα τίποτα τόσο δυνατό που με ξεριζώνει συθέμελα.
Κάνω στροφή προς τα πίσω. Στρίβω στη γωνία δεξιά. Κατηφορίζω. Ξαναστρίβω στην άλλη γωνία, πάλι δεξιά και βρίσκομαι από την πίσω αυτλή του σπιτιού, ακριβώς μπροστά στο δωμάτιο του κήπου. Σπρώχνω την αυλόπορτα με δύναμη και το σύρμα που την συγκρατούσε υποχωρεί. Τα αγριόχορτα είναι οργιαστικά. Πνίγουν τα πάντα. Κόβω δρόμο ανάμεσά τους και φτάνω στο δωμα΄τιο. Αυτό το τόσο γνωστό, που τα όσα συνέβησαν εκεί με ξεθεμελίωσαν πολλές φορές και ταυτόχρονα με συγκρότησαν μυστήρια, για να βρω αυτό που ρίζωσε μέσα μου για πάντα.
Η ράχη της πόρτας σκοτεινή. Πιάνω το πόμολο αποφασιστικά, αλλά εκείνο αντιστέκεται σ' όποιο στρίοψιμο κι αν του κάνω. Η πόρτα είναι κλειδωμένη. Δεν είναι κανένας. Η αυλίτσα ολόγυρά μου όπως ήταν. Τίποτα δεν έχει αλλάξει. Μόνο τα χόρτα είναι ψηλότερα, όπως και τα σκοτάδια. Αυτές οι σκιές που σχηματίζουν τα αγκωνάρια του σπιτιού, τα δέντρα, η κληματαριά, η βρύση και τα παλούκια του φράχτη αλλάζουν σχήματα. Ταυτίζονται με τις εσώτερες φοβίες που είναι στα βάθη της ψυχής μας και μας απειλούν. Ανατριχιάζω. Οι γείτονες ολόγυρα κοιμούνται κι εγώ μέσα στα σκοτάδια αναζητώ φαντάσματα, σε ένα σπίτι που έχω να πατήσω το πόδι μου τόσα χρόνια...Ίχνος φωτός δεν υπάρχει στα σπίτια. Μήτε ακούγεται ψίθυρος ανθρώπου. Μόνο τα τριζόνια ακούγονται σαν ένοικοι τωνπάντων και η καρδιά μου, που χτυπάει καμπανάκι SOS.
Απορώ με την υπομονή κι επιμονή μου, που ενώ δεν είναι συνεπής στο κάλεσμά του ο Λεωνίδας εγώ ζητώ να βεβαιωθώ. Ανεβαίνω τα σκαλοπάτια του σπιτιού του. Δεν υπάρχει κανένας. Μόνο οι όγκοι του σκοταδιού άδειοι με απειλούν. Η απουσία του με θλίβει κι έρχεται να προστεθεί κι αυτή η θλίψη του παρελθόντος. Αυτή η παμπάλαια, η αραχνιασμένη και τόσο ξεχασμένη, που την νιώθω μέσα μου να ρέει σχεδόν ηδονικά, σαν μυστικό εγωκεντρικό που με κατακλύζει. Ο εαυτός μου μια αιώρα που λικνίζεται στο θλιβερό του σύννεφο με μια διάθεση να εκσφενδονιστώ μακριά, πολύ μακριά από τους ανθρώπους. Τι τρυφερός εγωισμός είναι το λιλιπούτειο αίσθημα που ξαφνικά με τυλίγει!
Τσακισμένη ψυχολογικά, κλείνω πίσω μου το ξύλινο πορτάκι της αυλής με όση δύναμη κατορθώνω ν' ανασύρω από μέσα μου. Με βήματα σβησμένα, έτοιμη να πέσω καταγής, βγαίνω σωστό ερείπιο στο χωματόδρομο. Ήρθε ένας άνεμος με άρωμα λυγαριάς και με χαστούκισε. Δυναμώνει μέσα μου αυτό που κόντεψε να σβήσει και ορθώνεται με μια ορμή μυστηριακή. Στυλώνομαι όσο μπορώ και προχωρώ ευθεία. Περνάω το μικρό γεφυράκι. Κανένας ήχος νερού δεν ακούγεται στα χοντρά λιθάρια από κάτω του. Φαλακρά στέκουν στο φως της σελήνης και προδίδουν την ξηρασία του κάποτε ζωηρού ρέματος. Μπόχα από ψοφήμι φτάνει στα ρουθούνια μου. Τα κλείνω ερμητικά με τα δάχτυλά μου και προχωρώ. Τι αηδία! Ολόγυρα τα σπίτια έχουν ανοιχτά παράθυρα για να δροσίζονται. Πως αντέχουν;
Κρατώ ακόμα τα ρουθούνια μου σφιχτά. Κοντεύω να σκάσω. Περπατάω γρηγορότερα, δίχως να γυρίσω πίσω μήτε αυτό το βλέμμα μου. Φτάνω μακριά. "Ουφ", κάνω και αναπνέω λίγο καθαρό αέρα, που έρχεται κατευθείαν από τον Παρνασσό. Ορθώνεται επιβλητικός με το μεγαλόπρεπο μπόι του και μαγεύει τη νύχτα, δίνοντας στην περιοχή μια άλλη ανάταση.

(απόσπασμα από 7-20 σελίδα)

© Nότα Κυμοθόη

ΒΙΒΛΙΟ: "Ερώ",ΠΟΙΗΣΗ Νότα Κυμοθόη,ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ 1999


ΒΙΒΛΙΟ
"Ερώ"© Νότα Κυμοθόη
ΠΟΙΉΣΗ 
Νότα Κυμοθόη

ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ
αρ. τόμου 29
εκδ. Ιωλκός
Το εξώφυλλο κοσμεί "Ζωγραφιά σε χαρτί"© Νότα Κυμοθόη
(με μολύβια χρωματιστά)της Νότας Κυμοθόη


Τετάρτη 7,1999
Ώρα 19.00
Στοά Βιβλίου:   
"Ερώ"/ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ
Πληροφορίες
Οι Φίλοι του Μουσείου Μπενάκη παρουσιάζουν το βιβλίο της Νότας Κυμοθόη με τίτλο "Ερώ".
Για το βιβλίο θα μιλήσουν ο Παναγιώτης Μητροπέτρος, φιλόλογος και νομικός, και ο Γιάννης Κορίδης, δημοσιογράφος και συγγραφέας.
Την εκδήλωση θα πλαισιώσουν μουσικά η Νεφέλη Κάντερλι και η Δέσποινα Τσαπακίδη με φλάουτο, ενώ η ποιήτρια θα διαβάσει αποσπάσματα από το βιβλίο της.
Ώρα 7:00 μ.μ.
Πού:Αίθουσα Λόγου
Πεσμαζόγλου 5 & Σταδίου
ΑΘΗΝΑ, Κέντρο
(01) 3253989

Παρουσίαση τού βιβλίου τής Νότας Κυμοθόη. Αίθουσα Λόγου και Τέχνης.
Ομιλητές:
 Ο κος Παναγιώτης Μητροπέτρος - Φιλόλογος και Νομικός και ο Γιάννης Κορίδης - δημοσιογράφος συγγραφέας. Την όλη εκδήλωση θα διανθίσουν μουσικά με φλάουτο η Νεφέλη Κάντερλι και η Δέσποινα Τσαπακίδη. Ποίησή της θα διαβάσει η ίδια η Ποιήτρια Νότα Κυμοθόη.

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΙΩΛΚΟΣ

COPYRIGHT:Νότα Κυμοθόη© Νότα Κυμοθόη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ, απόσπασμα γραφής
 από το βιβλίο μου "ΕΡΩ"© Νότα Κυμοθόη


Στον Έρωτα
Εσύ κι Εγώ Νότα Κυμοθόη© Νότα Κυμοθόη
"ΕΙΣΑΙ το πύρινο φως που εκπηγάζει μέσα μου
δίχως τη ρίζα του στο βυθό να γνωρίζω
και μάταια στο είναι μου αναζητώ
την πρώτη μου ηρεμία
τον εαυτό μου
το στίγμα μου.
ΣΑΝ ΡΙΓΟΣ έρχεσαι γλυκό και με θρυματίζεις
στη βαθιά σιωπή της πρώτιστης ερημιάς μου.
Αιωρούμενη σε κλωστή μεταξένια
θαρρώ πως κάποιος ταρακουνά στο φαράγγι
κάποιος απλώνει τη ζωή με φτερά.
Στα μύχια σκότη μου
η ορμή σου διεισδύει.
Φάος Ρυέντης εσύ
κι εγώ
μια κυανή Περεηφικόλα.
Είσαι λοιπόν φτερωτός
Ο αρχαίος των μυστηρίων
Η έσω λαγνεία των ιστών
Των κυττάρων μου η ταραχή.
Στην ήβη των θυλών μου η αρχή της γνώσης μου."

ΓΛΥΚΙΑ ΦΩΤΙΑ σαν ξέτρελη
στου αγριμιού κορμιού μου τους ιστούς
το δάγκωμά σου και με τρέφει.
Πύρινη φλόγα αιθερική
πως να σε προσεγγίσω;
Πες μου!..
Στην άκρια όψη των χειλιών μου
το στόμα σου φωτιά με καίει.
Ασύνορη ταραχή θερμή
στη μελανόπτερη νύχτα ήρθες απροσκάλεστη
σαν τον κορυδαλλό στον κήπο μου.
Δικιά σου είναι η έκρηξη;
Το φως όλο δικό σου;
Μήπως είσαι το άωτο πάθος
της μόνης ψυχής μου;
Το άλλο ίσως μισό μου κομμάτι
που μόλις τώρα σ' αντίκρισα;

Φωτίζεις κι άλλους ή μόνο σ' εμένα ήρθες;
Από το σκότος μ' ανέσειρες της θλιβερής
μοναξιάς μου
κι ανένδοτη μ' άφησες μ' ένα ρίγος τρελό στο
κορμί μου
δίχως να μπορώ πάλι πίσω εκεί
στη γωνιά της σιωπής μου
να συμπυκνωθώ στην πρώτη ροή μου.
Ελλιπής περιφέρομαι στο χώρο και στο χρόνο
Σ' αναζητώ
Με την αγωνία στην καρδιά μου κρυμμένη
Όλη για σένα.
Σε ποια μέρη γλιστράς
και μ' αφήνεις πάλι μονάχη;
Έτσι πηγαίνω, μόνη
και σε γυρεύω...
Στους ανθρώπους ολόγυρα δεν αναπαύομαι.
Όλο το είναι μου βογκάει
μ' έναν πόνο βαθύ στην απουσία σου.
Πονάω
Μεγάλο βάρος ολούθε
Στων κυττάρων μου τα έγκατα θάνατος
από την απουσία σου με πλακώνει.

Στην παρουσία σου τρέμω
και παραλύω σαν φεύγεις
Ενώ εσύ μ' ένα σου πέταγμα
υπόσχεσαι πως θάρθεις πάλι
Όταν εγώ μέσα στο νέφος της μοναξιάς μου
περιστρέφω όλο τον κόσμο
κι αισθάνομαι γύρω μου το τίποτα να με κυκλώνει
σαν μανδύας μαγικός.
Βλέπω μια άβυσσο να με ρουφάει με ανεξάντλητη δύναμη
Κι αυτή που ήμουνα, δεν είμαι πια.
Μάταια όμως ζυγιάζομαι
σε τέτοιες στιγμές μήτε το ένστικτο έρχεται.
Ψάχνω το χέρι σου
απ΄το φαράγγι που βρίσκομαι
απάνω να με σηκώσει.
Κατρακυλάω στης ερημιάς την ταραχή
μ' έναν πόθο μεγάλο
και ξάφνου πέφτω συγκινημένη ως έρχεσαι
στο φαλλό του κορμιού σου.
Με την αναπνοή μου σκαλωμένη
στο βωμό των ματιών σου
Στης φωνής σου τον ήχο
Στων χεριών σου το χάιδεμα
Σ' αυτή την πλατιά αγκαλιά σου
που αγάλλομαι.


© Nότα Κυμοθόη

ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ και ΠΟΙΗΣΗ ΝΟΤΑ ΚΥΜΟΘΟΗ 1995, "Λεύκωμα ΄95 Ζωγραφική Ν. Κυμοθόη,




ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΙΗΣΗ
ΝΟΤΑ ΚΥΜΟΘΟΗ 1995
Λεύκωμα ΄95 Ζωγραφική Ν. Κυμοθόη
Νότα Κυμοθόη

Εξώφυλλο: Πρόσωπα Νότα Κυμοθόη
(έργο 1992 ζωγραφική 60χ80 λάδι σε μουσαμά , στή Συλλογή:Benedini)
εμπνευσμένο από ποίηση του Γιάννη Ρίτσου
"Αυτά τα πρόσωπα δε βολεύονται
παρά μόνο στον ήλιο.
Αυτές οι καρδιές δε βολεύονται
παρά μόνο στο δίκιο..."

Ακάδημος
Φωτογράφιση: Βασίλης Γεωργίου
Copyright Νότα Κυμοθόη


Δείτε εδώ έργα ζωγραφικής μου:

Αναρτήθηκε από Νότα Κυμοθόη

ΒΙΒΛΙΟ ΠΟΙΗΣΗΣ: "ΙΥΖΟΥΣΑ ΝΗΣΟΣ" Νότα Κυμοθόη, ΑΘΗΝΑ 1995




ΒΙΒΛΙΟ ΠΟΙΗΣΗΣ

ΙΥΖΟΥΣΑ ΝΗΣΟΣ 
Νότα Κυμοθόη

ΑΘΗΝΑ 1995

Το εξώφυλλο σχεδίασε η Νότα Κυμοθόη


ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ

"ΙΥΖΟΥΣΑ ΝΗΣΟΣ"

ΤΗΣ ΝΟΤΑΣ ΚΥΜΟΘΟΗ


ΣΤΟΙΧΕΙΟΘΕΤΗΘΗΚΕ


ΣΕ ΛΙΝΟΤΥΠΙΑ


ΚΑΙ ΤΥΠΩΘΗΚΕ


ΤΟΝ ΜΑΡΤΙΟ ΤΟΥ 1995


ΣΤΟ ΤΥΠΟΓΡΑΦΕΙΟ


ΕΥΘΥΜΙΟΥ Α. ΚΥΡΙΑΚΟΥ


ΕΡΕΣΣΟΥ 47-51,106 81 ΑΘΗΝΑ


ΤΗΛ,-FAX 3821.173

Copyright:Νότα Κυμοθόη

Αναρτήθηκε από Νότα Κυμοθόη



"Τα ποιήματα αυτού του βιβλίου γράφτηκαν στο νησί κατά τη διάρκεια της παραμονής μου εκεί λόγω εργασίας μου. Εκτός των συγκεκριμένων αφιερώσεων, η "ΙΥΖΟΥΣΑ ΝΗΣΟΣ", αφιερώνεται σ' όσους σκέπτονται ΛΕΥΤΕΡΑ και παλεύουν για το ΔΙΚΙΟ Τ' ΑΝΘΡΩΠΟΥ. Ακόμα σε όσους με βοήθησαν και μου συμπαραστάθηκαν στο νησί. Πάντα θα θυμάμαι την απλόχερη φιλοξενία τους, την άδολη αγάπη κι εξυπηρέτηση που μου έδωσαν στις δύσκολες μέρες που πέρασα και το άπλετο χαμόγελό τους. Πάντα θα θυμάμαι τη χαραγμένη τούρκικη σημαία, την κομματιασμένη Λευκωσία και τ' ανώνυμα τηλεφωνήματα των εγκλωβισμένων στα κατεχόμενα."(από το οπισθόφυλο του βιβλίου)

Διαβάστε αποσπάσματα του βιβλίου εδώ:

Νότα Κυμοθόη 

ΠΕΝΤΑΔΑΚΤΥΛΟΣ

Με αφορμή τη χαραγμένη τούρκικη σημαία,
1992 Λευκωσία


Ανοίγω το παράθυρο
το φως του ήλιου για να ιδώ!
Αντίκρυ ο Πενταδάκτυλος
και βογγάει!..

Πόσο πονάει ετούτο το βουνό!..
Λες και βογγάει ο Διγενής...

Φεύγει, κρύβεται η χαρά μου, πάει
Σαν λαβωμένο αγρίμι πρόβαλε
και τούτη εδώ η μέρα.
Μέσα της σφηνώθηκαν ΄λα τα βόλια
όλα τα καρφιά που μπήχτηκαν
στης Λευκωσίας την καρδιά
και κόψανε στη μέση.

Ποια γιατριά στο χρόνο που περνά
έτσι αδιάφορα, τάχα γυρεύουμε όλοι;
Πονάει, πονάει ετούτο το βουνό
μέσα στην τόση ξεγνοιασιά
στα σπλάχνα του βαθιά
σταυρώσανε την Κύπρο.
Αίμα, κορμιά νεκρών και χώμα
ένα γίνηκαν εκεί
να χαιρετούν το Μαχαιρά
και την πλατεία Ελευθερίας.
Για ποια μεγάλη ανάσταση;
Κανείς δεν το γνωρίζει!..

Μονάχα ο Πενταδάκτυλος
είν' αρκετός αδέρφια
να μας θυμίζει τη σκλαβιά
και την ατίμωση του δίκιου
ώστε ποτέ μη λησμονήσουμε
τούτη την προδοσία!..


*
Νότα Κυμοθόη

ΣΤΙΣ ΟΧΘΕΣ ΤΟΥ ΠΕΔΙΑΙΟΥ

Στην Κλαίρη Αγγελίδου
Λευκωσία 1993


Λευκωσία που σ' έκοψαν στη μέση
μπήγοντας μες στις φλέβες σου
θανατερά παλούκια...
Πως να μπορέσω η έρημη
να βρω λίγη γαλήνη;

Οι δρόμοι μου σφραγίστηκαν
μαζί και οι αναμνήσεις
μέσα στα κατεχόμενα.

Μαύρο φακιόλι ντύθηκαν
οι μνήμες μου εκεί.
Εγώ εδώ, σκυμμένο έχοντας το κεφάλι
περνοδιαβαίνω απ΄έξω
από τα τείχη που φρουρούν
του Χότζα τα καλέσματα
δίχως την αυλή μου ν' αγναντεύω.
Παρά μονάχα χύνω δάκρυα
σ' έναν ευκάλυπτο μικρό
για να θεριεύει...
Είκοσι χρόνια τώρα
τις ρίζες του ποτίζω
κι αυτός απλώνει τα κλαδιά του.
Εκεί στις όχθες του Πεδιαίου
κυλάει ολημερίς ο πόνος μου
μέσα στις ρίζες κάποιου ευκαλύπτου
και ψηλώνει, ψηλώνει τα κλαδιά του.

Από εκεί κρυφά τις νύχτες
όταν κοιμάται η πόλη στη χλιδή της
σαν αγναντεύω τις γειτονιές στην Κυρήνεια
στη Λάπηθο, στον Καραβά, στην Ακανθού
στη Γιαλούσα, στο Ριζοκάρπασο, στην Αμμόχωστο...
Τα μάτια μου βουρκώνουν
και δεν μπορώ να δω άλλο.
Κάθε βράδυ ο ίδιος πόνος.
Κάθε βρα΄δυ με την ίδια πίκρα πλαγια΄ζω.
Κι αναρωτιέμαι: Γιατί Θεέ μου
τ' άγια χώματα να ΄ναι φυλακισμένα;


Νότα Κυμοθόη

ΛΕΥΚΩΣΙΑ

Στους Έλληνες αξιωματικούς που
έπεσαν στην Μακεδονίτισσα το 1974


Πάντα θα θυμάμαι ετούτη την πόλη.
Μέτρησα εδώ πολλούς αναστεναγμούς.
Το άδικο εσύναξα και την εξάντληση
απ΄τις γυναίκες δίχως όνομα τη νύχτα
που περιφέρονται στην πλατεία Ελευθερίας.

Πάντα θα θυμάμαι τους Άγγλους αποίκους
τους Ελλαδίτες φαντάρους
και τους αξιωματικούς του Ο.Η.Ε.
που κυνηγάνε να πνίξουν τη μοναξιά τους
στης ανίας τα πορνεία
μες στ' αδιάφορο ύφος της οδού Ρηγαίνης.

Πάντα θα μιλάνε
για έκτροπα οι περιστάσεις
και δε θα βρίσκουν ελαφρυντικά
στην τόση πλαδαρότητα.
Κι αναρωτήθηκα αν έχουν καταλάβει
το βάρος τούτης της σκλαβιάς οι ντόπιοι...

Δεν είναι οι Τούρκοι
πίσω απ΄την πράσινη γραμμή
ούτε ο Οργανισμός των Ηνωμένων Εθνών
που χάραξαν εδώ το χάρτη του νησιού...
Το δαιμόνιο πνεύμα ευημερίας
είναι αυτό που συντηρεί τις αποφάσεις
που βίωσε ο χρόνος επαξίως
σ' όσους καρπώνοντ' ευκαιρίες.

Στη μνήμη των νεκρών κρατώ τα σημάδια
και το μόνιμο τσιφτετέλι
που χορεύουν τις νύχτες
πάνω στα φυλάκια οι μεθυσμένοι.

Και συ, μάνα Ελλάδα,
μετράς ονόματα στους τύμβους
για να 'χεις το τίμημα της δόξας
στις σελίδες της ιστορίας σου.



Νότα Κυμοθόη

ΟΙ ΜΕΓΑΛΕΣ ΜΕΡΕΣ ΤΗΣ ΒΡΟΧΗΣ

Στο δικηγόρο Μιχαλάκη Μοντάνιο


Οι γλάροι απόμακρα σιωπούν
κι ο άνεμος συγχρονισμένος με τα κύματα
παίζει το θλιβερό κονσέρτο του.

Είναι πράγματα μικρά κι ασήμαντα
που θυμάμαι νοσταλγώντας
κλεισμένη σ' ετούτη την ερημιά μου.

Ωστόσο
έχω ανοιχτούς λογαριασμούς
με τις μεγάλες μέρες της βροχής
που μ' έπνιξαν στη Λευκωσία.

Σε κάποια ρυάκια
σκαλωμένη εκμετάλλευση εμμένει
της ταλαίπωρης ύπαρξής μου
που άφησε τον ιδρώτα της
σφραγίδα στις σελίδες του " ΕΞΟΔΟΣ"
και τα τριμμένα μου σανδάλια
στη Λεμεσό, στη Λευκωσία, στη Λάρνακα
στην Αγία Νάπα και στην Πάφο
για να θυμάμαι το νησί
σφραγίδα στη ζωή μου.

Στρόβολος 1993, Λευκωσία


Νότα Κυμοθόη

ΑΧ ΝΑ ΜΠΟΡΟΥΣΑ

Αφιέρωμα στα παιδιά της Καρπασίας

Στο Ριζοκάρπασο, στην Αγιά Τριάδα, στον Κορμακίτη
ζουν κάποια μικρά Κυπριωτόπουλα παιδιά
εγκλωβισμένα στ' άγια χώματα παλεύουν
δίχως χαρά μες στη σκλαβιά τους...
Σιγανές, φοβισμένες οι φωνούλες τους
πικρές οι ανάσες τους, που το πέλαγος
τριγύρω σημαδεύουν...
Των ματιών τους η μεγάλη πεθυμιά
σκαλώνει, σκαλώνει και ματώνει στο συρματόπλεγμα.
Η θάλασσα!.. Πίνει τον πόνο τους αγάλια η θάλασσα
για ν' αλαφρώνει ο καημός. Μεγάλος ο καημός
της τόσης-τόσης ερημιάς τους...

Τα παιδιά της Καρπασίας είναι εκεί!..
Εγκλωβισμένα μένουν και μας προσμένουν...
Μες στα ολόγιομά τους βλέμματα σκιρτά η αγωνία...
Το όνειρο τάχα ή κάποια ελπίδα κρύβουν
κι αντιστέκονται οι γονείς τους τόσα χρόνια;
Τα παιδιά της Καρπασίας είναι λυπημένα...
Αχ!.. Να μπορούσα μες στα ερείπια
σαν τη μικρούλα σαύρα να γλιστρήσω ως εκεί
σντίκρυ στον ήλιο σε μια πέτρα να σκαλώσω
και να μου 'διναν μορφή ανθρώπου κάποιοι θεοί κατόπι...

Αχ!.. Να μπορούσα!..
Τραγούδια χαρωπά στ' αυτιά τους να σφραγίσω
κι ένα γέλιο να ζωγραφίσω στα χείλη τους λουλούδι
ίσως, λέω ίσως, στα ναυάγια μάτια τους
κάποιες σχεδίες ερειπωμένες ν' ανασύρω...
Αχ!.. Να μπορούσα το πνεύμα της αρχαίας θεάς
μες στο νησί πάλι να κλειούσα σαν και τότε...
Θα γύριζαν ωραίοι καιροί και η Ελευθερία
δε θα ζητιάνευε στους δρόμους φιμωμένη.

Λευκωσία 1993

*****
Για το internet Ποίηση από το βιβλίο μου:
Ιύζουσα νήσος, Νότα Κυμοθόη
έκδοση 1995, Αθήνα
                  


ΒΙΒΛΙΟ: "ΔΙΨΑ και ΣΙΩΠΗ", Νότα Κυμοθόη Ποιήματα, εκδ. Διογένης 1992


ΒΙΒΛΙΟ:
"ΔΙΨΑ και ΣΙΩΠΗ", 
Νότα Κυμοθόη
Ποιήματα
εκδ. Διογένης-Αθήνα 1992

Ζωγραφική εξωφύλλου Νότα Κυμοθόη
http://artnotakymothoe.blogspot.com
copyright:Nota Kimothoi

kimothoinota@gmail.com

ΣΤΟΙΧΕΙΟΘΕΤΗΘΗΚΕ
ΚΑΙ ΤΥΠΩΘΗΚΕ
ΣΤΟΝ "ΔΙΟΓΕΝΗ"
ΠΕΤΡΟΥ ΚΟΥΛΟΥΦΑΚΟΥ,

Copyright :αποκλειστικά Νότα Κυμοθόη


Διαβάστε εδώ αποσπάσματα από αυτό το βιβλίο: 

ΔΙΨΑ ΚΑΙ ΣΙΩΠΗ

(Αφιερώνεται στους γονείς μου)


ΠΑΡΑΠΟΝΟ

Εμπρός απ' τον ήλιο σκοτάδι
και μέσα στο σκοτάδι χάος.
Που να στηρίξω τα πόδια μου
για ν' αδράξω τη ζωή;
Δε γυρεύω πολυελαίους στη νύχτα
τους ουρανούς ελεύθερους ζητώ
ν' αφουγκράζομαι τον κόσμο.

Ελάτεια 1973

)-(
ΜΟΝΑΞΙΑ

Ανέκφραστα μάτια
γκεμίζουνε τους τοίχους.
Παγωμένα χείλη δε σαλεύουν.
Στη φοβισμένη σιωπή μας
φεύγει σχεδόν και ο Νοέμβρης.
Γλιστρούν οι δρόμοι αδειανοί
και η ζωή μας όλο και βαραίνει
μαζί και η ψυχή που η πόρτα μέσα κλείνει.

Ελάτεια 1973

)-(


ΓΥΡΕΥΟΝΤΑΣ

Πριν γνωρίσω την αλήθεια
με μύθους είχα πλάσει τον κόσμο
κι όταν μ' αγγίξανε του πλήθους οι αναστεναγμοί
την καρδιά μου ακούμπησα στον Άνθρωπο.

Παράξενα γλιστρούσαν οι μορφές.
Τραγούδια, μοιρολόγια, γραφές και εικόνες
θεοί και ημίθεοι, παραμύθια και μνήμες.
Κι εγώ ντύθηκα αναχωρητής
κρατώντας ένα κλαδί ελιάς στο χέρι
γυρεύοντας τα διωγμένα περιστέρια
για τον περιστερώνα της ειρήνης!

Αθήνα 1973
)-(

ΑΤΡΑΠΟΣ

Διέσχισα ανυπότακτη τους άγριους χειμώνες
κυνηγημένη από τους Λέλεγες
και τον τρόμο των Ωτίδων.
Πορεύτηκα ωστόσο α΄τρυτη στους αιώνες
τις οδύνες διασχίζουσα γοργά όπως το κύμα
για να μαζεύω το αλμυρό σας δάκρυ
στου Ποσειδώνα τις αυλές
και να το κάνω μαργαριτάρι
να λάμπει στ' άγρια πέλαγα.

Στον ατέρμονο δρόμο ζωντανός ο πόθος
μιας διδαχής ανέπαφης στου χρόνου τη ράχη
κι όνειρο παντοτινό του καθενός: Ελευθερία
κι ο άνθρωπος, Άνθρωπος στην ατραπό γι' αγάπη.

Ελάτεια 1976

)-(

ΘΑ ΓΥΡΙΣΩ ΚΑΠΟΤΕ

Στους γονείς μου

Σφυρίζει το τρένο συνεχώς
και πρέπει να βιαστώ.
Στο ταξίδι που πηγαίνω
θα κρατώ το μαντήλι της υπομονής
και κάθε φθινόπωρο θα σμίγω με τα χελιδόνια
για να σας φέρνουν τα μηνύματά μου.
Τότε θα καρτερώ μια ν άλλη άνοιξη
που το αηδόνι της ιτιάς μας
λεύτερο θα τραγουδά.

Όταν γυρίσω-θα γυρίσω κάποτε-
αυτό να το θυμάστε
θ' ανθίσουν πάλι οι βυσσινιές
που εφύτεψα στο περιβόλι.

Γερμανία 1979, Μόναχο

)-(

ΤΟ ΤΕΙΧΟΣ ΤΟΥ ΒΕΡΟΛΙΝΟΥ


Του χρόνου η διαδρομή δάκρυα ποτισμένη κι αίμα.

Μάτια μυριάδες θρηνούν ακόμα σκοτωμένους
κι άλλα τόσα θαμπά μετράνε σακατεμένους
κι είναι κι αυτά που αγνοημένους ακόμα περιμένουν.
Βαρύς ο ίσκιος σου τη μοίρα μου ορίζει
τείχος του East και του West
ως πότε θα διχάζεις τους κόσμους μου;

Γκρεμίστηκαν στη λήθη οι στεναγμοί μου
καθώς ορθώνονται τα πέτρινά σου στήθη
σ' όλη τη γη μου σήμερα
για ν' αντιμάχονται θαρρώ
από τη μια μεριά η Ανατολή κι από την άλλη η Δύση
στον αδυσώπητο αγώνα τους, ποια θα επικρατήσει.

Του χρόνου η διαδρομή δάκρυα ποτισμένη κι αίμα.

Γερμανία 1979, Βερολίνο

)-(


ΠΕΡΑΜΑΤΑΡΗΣ ΧΡΟΝΟΣ

Περαματάρης είν' ο χρόνος
που με περνά σ' άλλη ζωή
και με κερνά μέλι κι αμύγδαλα
ετούτη εδώ για να ξεχάσω
και τη θλίψη ν' αφήσω εκεί.

Με αγωνία έρχεται και λευκές φορεσιές
κι από θύρα δρύινη διαβαίνει
αστραφτερός λάμπει ολόχρυσος
κι ολόγιωμος σαν το νιο φεγγάρι
μέσ' απ ' τα πρασινόκλαδα ελπιδοφόρα δάση.

Δεσπόζει η θωριά του δυνατή
κι εγώ κυνήγι τον έχω πάρει
καθώς ο Φαέθων μούδωσε τα γκέμια
του άρματος που σέρναμε κάποτε μαζί
τον ήλιο λάτρεψα κι έκανα κυβερνήτη.

Τώρα οδηγός και άτρυτη τις εποχές διαλέγω.

Κρήτη 1982, Χανιά

)-(
ΔΥΝΑΜΗ ΕΠΙΚΡΑΤΗΣΗΣ

Ασημένια κόρη η νια σελήνη
κι ο χρόνος εδώ έχει σταθεί
στ' απέραντα του Banff τα δάση.
Μακρινή της θάλασσας η όψη
κι ο τόπος στου ελατιού βιώνει την ανάσα.
Τ' αδέρφια μου κι απόψε Λευκοί και Ινδιάνοι.

Μεσ' τις καλύβες κάθονται οι Κρι
με τις πολύχρωμες τις χάντρες στολισμένοι
ακι το φεγγάρι ολόλαμπρο πάνω στο τοτέμ.
Στις σάλες των Saloon πίνουνε μαζί
μέσα στη μπόχα του καπνού διάκριση καμμιά
κι η μουσική της Δύσης που γριλύζει
σπρώχνει απαλά τη νύχτα ως την αυγή.
Στην καλυβένια τους σκεπή προσκυνητής ο ήλιος
και η Σάνυ από νωρίς αντίκρυ στην ανατολή
τα παγωμένα ζεσταίνει χέρια της.

Πέφτουν λοξα στον Καναδά του ήλιου οι αχτίδες
και οι ερυθρόδερμοι κάθε πρωί στέκουν και περιμένουν
ορθοί στ' αγνάντεμα της ημέρας
και σιωπηλοί σαν σε προσκύνημα.
Τη γη τους τώρα εξουσιάζουν οι Λευκοί
κι ενώ αυτοί στο γέρμα τους ειρηνικά ξεφτίζουν
κάθε πρωί στον ήλιο στέλνουν προσευχή και μηνύματα
μην τύχει και τους λησμονήσει κι αυτός
στην αδυσώπητη μοίρα τους.

Καναδάς 1985, Banff

)-( 


ΑΝΑΜΝΗΣΗ

Στον Gus Papadakis


Παγερές οι νύχτες στο The Pas!

Μεσάνυχτα κι ανάψαμε φωτιά να πυρωθούμε
και είδαμε την ψυχή μας βαριά στη στάχτη
απ΄τα μηνύματα της φλόγας π' αργοσβήνει.
Μέσα στου χρόνου τη φθορά, η σιωπή μας
ταφόπετρα, που μας σκεπάζει.

Διασχίσαμε αργά το μονοπάτι της αλήθειας
καθώς περάσαμε της ταραχής τον όχτο
τα όνειρά μας θάψαμε στην ακροποταμιά.
Τώρα πέτρες σκορπισμένες οι χαρές μας
και της ζωής τοκάστρο ερειπωμένο
απ΄τη διάβρωση των αισθημα΄των.
Κρυμμένο το γέλιο μας νεκρό
τα χείλη μας βουβά σαν τάφος
και στ' αδειανό δισάκι μας
χολή της σχέσης μας τ΄απομεινάρια
για το δράμα των απογόνων.

Χαράματα μας βρήκε ο χωρισμός
κι ήταν της καρδιάς το κρύο δυνατό
στα πετρωμένα στήθια που λαθέψαμε
το σχήμα να σμιλέψουμε της αγάπης!

Παγερές οι νύχτες στο The Pas!

Canada 1989, The Pas


)-(

ΟΙ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΙΕΣ ΤΗΣ ΣΑΜΑΝΘΑ FOWSTERNER


Γ
έρικο το κορμί της Σαμάνθα Fowsterner
ίδιο με τον πύργο που ακόμα δεσπόζει εδώ.
Τα μάτια της ωστόσο λάμπουν φωτεινά
σαν τα μεγάλα ξύλινα παράθυρα
και τα ματόκλαδά της ανοίγουν παιχνιδιάρικα
όπως οι κόκκινες βελουδένιες της κουρτίνες
σαν τις ταρακουνά τ' αγέρι του δάσους.

Χιονίζει πάλι και φυσά χειμώνας στην αυλή μας
κι εσύ στην κουνιστή καρέκλα σου δακρύζεις
για τις τριανταφυλλιές που χάλασε το κρύο
με τα μοσχομύριστα τριαντάφυλλα τώρα μαδημένα
και τα δικά σου χρόνια συλλογιέσαι πικραμένη
που η παγωνιά της ερημιάς εμάρανε για πάντα.

Αυστρία 1979, Σάλτσμπουργκ

)-( 



painting Nota Kimothoe
artnotakymothoe
kimothoinota@gmail.com


© Nότα Κυμοθόη

ΒΙΒΛΙΟ ΠΟΙΗΣΗΣ:"Φως και Σκοτάδι", Νότα Κυμοθόη, εκδ. Διογένης 1990


ΒΙΒΛΙΟ ΠΟΙΗΣΗΣ:
"ΦΩΣ ΚΑΙ ΣΚΟΤΑΔΙ", Νότα Κυμοθόη
εκδ. Διογένης 1990
Copyright 1990 by Νότα Κυμοθόη
Ζωγραφική εξωφύλλου Γιάννη Μεντζικώφ
Η ΣΥΛΛΟΓΗ ΠΟΙΗΜΑΤΩΝ
"ΦΩΣ ΚΑΙ ΣΚΟΤΑΔΙ"
ΤΗΣ ΝΟΤΑΣ ΚΥΜΟΘΟΗ
copyright:Nota Kimothoi 
kimothoinota@gmail.com


ΔΙΑΒΑΣΤΕ εδώ ποίηση από το βιβλίο

Η ποιητική συλλογή "Φως και Σκοτάδι"
της Νότας Κυμοθόη


χωρίζεται σε δύο μέρη
1.Σύμπαντος δωρεά 
(περιλαμβάνει 6 ποιήματα)

και

2.Η σκάλα των Αγγέλων
(περιλαμβάνει 11 ποιήματα)

)-(
Σύμπαντος δωρεά
(μέρος από το ποίημα αυτό)
Απ' το βραχίονα έρχομαι του Ωρίωνα
και χαμηλώνω μέχρι την έσχατη άμμο
στων ωκεανών τ' ατέρμονα τα βάθη.
Απ' την έκρηξη γεννήθηκα ενός άστρου
στην απέραντη ποδιά σκόνης κι αερίων
και η καρδιά μου ονομάζεται θερμότητα και φως.
...
Τη γλώσσα μου μιλάνε ποιητές
καθώς ίδια φωτιά καίει στο εργαστήρι τους
κατεβαίνουν, ανεβαίνουν κι αφουγκράζονται.
Γι' αυτούς έρχομαι, να σας λένε τ' απόρητα.
Calgary 1986
)-(


Λυχνοστάτης στην ερημιά 

(μέρος από αυτό το ποίημα)

Ένα τραγούδι ρέει στην ψυχή μου
δεν ξέρω από που ξεκινά
αλλ' εντοπίζω τις νότες του χιλιοστό-χιλιοστό
στο πορτοκαλένιο χρώμα του ήλιου
νάρχεται σταγόνα-σταγόνα από βροχή
ντύνοντας με χιονονύμφες τον αγέρα
στα περιβόλια που κατοικώ.
Κάνε με, Θεέ μου, να τ΄αρχίσω
δώσε μου τα λόγια στ' απλά μου χείλη
να τρέχουνε καθάρια θαλασσιά
όπως στον ουράνιο κήπο σου.
Ποτάμια ξεχειλίζουνε μέσα μου
κι αχτίδες πλημμυρίζουνε περίσσια.
Αήδονια γυρεύουνε πράσινες φυλλωσιές
κι εγώ είμαι φτωχό κλαδί.

Είναι όμορφος ο Κόσμος!

...
Τόσες ημέρες! Απέραντη μου φάνηκε η γη
μαζί και η μοναξιά.
Όμως τη σήκωσα μ' ένα χαμόγελο.
Αυτό μου έμεινε λυχνοστάτης στην ερημιά.

Σε ποιον να το δώσω Κύριε;


The Pas* 1988
*Πόλη του Καναδά, βόρεια του Winnipeg


Τότε οπού για εμένα η ελληνική γλώσσα είχε ένα μεγάλο νόημα στη ζωή μου, γιατί ήθελα κι επιθυμούσα τα παιδιά μου να μάθουν να σκέφτονται σύμφωνα με τον κωδικό της ελληνικής γλώσσας. Έτσι λοιπόν, διάβαζα ελληνική φιλοσοφία και ελληνική ποίηση και τον Όμηρο...
Το πιο κάτω δοκίμιο, γράφτηκε αυτή την εποχή, στα κρύα και χιονισμένα τοπία του Καναδά...

ΧΩΡΟΣ ΚΑΙ ΧΡΟΝΟΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ
Νότα Κυμοθόη
Νότα Κυμοθόη© Nota Kimothoi
Στις αρχές της Κρητιδικής περιόδου, πριν από 140.000.000 χρόνια, αναδύθηκε μέσα από τη θάλασσα η Πελαγονική Οροσειρά, που πήρε το όνομά της από την Πελαγονία της Δ. Μακεδονίας. ’ρχιζε από την Ήπειρο και συνέχιζε στην Δ. Μακεδονία, τον Όλυμπο, την Μαγνησία, την Εύβοια, τις Β. Σποράδες, την Αττική, τις Κυκλάδες, την Σάμο, την Ικαρία, μέρος των Δωδεκανήσων και την Μικρά Ασία. Έτσι στην ασύλληπτη αυτή χρονική περίοδο σχηματίστηκε ο πρώτος Ελληνικός χώρος σαν μια τεράστια οξεία γωνία.
Στα έγκατα αυτoύ του πρώτου Ελληνικού χώρου υπήρχαν δυο βαθειές υποθαλάσσιες τάφροι, η "αύλαξ της Πίνδου" και η "Ιόνιος αύλαξ" που χωρίζονταν από ένα ψηλό τείχος το "ύβωμα του Γαβρόβου". Η αποσάθρωση των ορεινών όγκων μετά από ραγδαίες βροχές, τα όστρακα των θαλασσίων ζώων καθώς και όλα τα κελύφη των μικροοργανισμών κατακάθιζαν σαν ιζήματα στους πυθμένες αυτών των τάφρων ώσπου ξαφνικά σημειώνουν μια νέα κοσμογονική αναστάτωση. Γύρω στα 35.000.000 χρόνια μια ανοδική ώθηση των πυθμένων, σχηματίζει την επιβλητική οροσειρά της Πίνδου. Την ίδια εποχή η πανίσχυρη αυτή πυθμενική άνοδος ευθύνεται για τη δημιουργία των ’λπεων, των Πυρηναίων και των Ιμαλάϊων κι από τα γαλάζια βάθη της θάλασσας αναδύεται η Αιγαιίς. Είναι μια ενιαία και αδιαίρετη ξηρά που ορίζει τον Ελληνικό χώρο από το Ιόνιο πέλαγος έως την Μικρά Ασία και τις νότιες ακτές της Κρήτης. Μια περίοδος κατάφυτη όπου μετακινούνται μεγαθήρια σπονδυλωτά (Πικέρμι Αττικής Δεινοθήρια ύψους 4 μέτρων, ανασκαφές 1912)
Για μερικά εκατομμύρια χρόνια διαρκεί μια περίοδος μεταμορφώσεων και κατακερματισμού της Αιγαιίδος, κατά την οποία καταποντισμοί μεγάλων τμημάτων ξηράς και εισόρμηση της θάλασσας μέσα στη γη δημιουργεί εσωτερικές μεγάλες λίμνες. Η μεγαλύτερη λίμνη σχηματίζεται στο σημερινό Κρητικό Πέλαγος και μικρότερες βόρεια κι ανατολικά των Σποράδων και ανατολικά της Εύβοιας. Πριν από 18.000.000 χρόνια ψηλές οροσειρές έκλειναν αυτές τις λίμνες, όπως της κεντρικής Θεσσαλίας και της Λοκρίδας. Η Αιγαιίς αποτελεί το λίκνο των Ελλήνων, των πρώτων ανθρώπων της γης, οι οποίοι ζούσαν σε σπήλαια γύρω από τις λίμνες (σπήλαια περιοχής Γλά, σπήλαιο Σεϊντή Θηβών ευρήματα 12.000 χρόνια π.χ., σπήλαιο Πετραλώνων Χαλκιδικής όπου βρέθηκε κρανίο γυναίκας περιόδου 75.000 χρόνια π.Χ., και σπήλαιο Φράγχθι Αργολίδας όπου βρέθηκε ανθρώπινος σκελετός 7.630 χρόνων π.Χ. και στη λεκάνη της Θεσσαλίας όπου βρέθηκαν εργαλεία 100.000 χρόνια π.Χ.) και σε πολλούς άλλους λιμναίους οικισμούς σε βορειότερα σημεία της Ελλάδος. Η ανθρώπινη κνήμη 11.000.000 ετών π.Χ. που βρέθηκε από τον ανθρωπολόγο ’ρη Πουλιανό στα Τρίγλια Μακεδονίας αποδεικνύει την ύπαρξη ανθρώπου σε ένα τόσο μακρινό χρονικό παρελθόν.
Η θάλασσα όμως προχωρούσε μέσα στη γη της Αιγαιίδας λόγω των πολλών ρηγμάτων από σεισμούς με σπουδαιότερο αυτόν του ηφαιστείου της Ελλάδας που ξεκινάει 26.000.000 χρόνια π.Χ. στην παλιότερη νησίδα με κέντρο έκρηξης τη Σαντορίνη και πριν 12.000.000 χρόνια π.Χ. χωρίζονται τα νησιά του Ιονίου από το τμήμα της Ήλιδας, της Αχαΐας και της Λακωνίας κι ανατολικά δημιουργείται ο Αιγαίος ποταμός. Ένας όγκος υδάτων από τη διάβρωση της Ποντιοκασπίας και της Προποντίδας που συγκέντρωνε τα νερά του Αξιού, Στρυμώνα και Έβρου και σιγά -σιγά δημιουργούνται τα νησιά του Αιγαίου. Όμως για 2.000.000 χρόνια συνεχίζουν να γίνονται σημαντικές γεωλογικές ανακατατάξεις κι έχει αρχίσει αργά- αργά η περίοδος των ψυχρών και θερμών εποχών με αλλεπάλληλες καταβυθίσεις, κατακλυσμούς και εισχώρηση της θάλασσας μέσα στη στεριά.
Περί το 26.000 χρόνια π.Χ. έχουμε τον κατακλυσμό του Ωγύγου (Ωγυγία είναι η Βοιωτία ) ακολουθεί ο κατακλυσμός του Δαρδάνου και του Δευκαλίωνος το 12.000 π.Χ., οι μνήμες των οποίων διασώζονται στο έπος του Γιλγάμου και στη Γένεση ως κατακλυσμός του Νώε.
Οι άνθρωποι για να γλιτώσουν μπήκαν σε κοίλωμα ξύλων που επέπλεαν πάνω από τα νερά, δηλαδή μπήκαν μέσα σε ληνό. Ο ληνός αυτός μπορεί να ήταν το πατητήρι που πατούσαν τα σταφύλια, μπορεί να ήταν η σκάφη που έπιναν τα ζώα νερό, μπορεί να ήταν και απλώς μια γούρνα ξύλου, αλλά κι ένα πλεούμενο σκάφος εκείνης της εποχής, ένας ληνός. Αυτοί οι άνθρωποι που γλίτωσαν από τον κατακλυσμό, γλίτωσαν γιατί είχαν προστασία μέσα στο ληνό και βγήκαν σώοι όταν αποσύρθηκαν τα νερά.
Έτσι εξηγείται και το όνομα Έλ-ληνες, αυτοί που ελαύνουν από το ληνό, που έρχονται από εκεί. Όσο για τον όρο "Προσέληνοι" και "Προσεληναίοι" δηλώνει καθαρά την μετακίνηση από τον ληνό, δηλαδή αυτοί που βγήκαν έξω από το ληνό, από τη σκάφη, από το πλεούμενο που τους γλίτωσε. Αναφορές υπάρχουν για τον όρο "Προσέληνες" σε Αριστοτέλη, Νόννο, Στ. Βυζάντιο, Απ. Ρόδιος, διότι μαρτυρούσαν ακόμα στις ημέρες τους την αλήθεια, για την πραγματική ονομασία των Ελλήνων.
Αλλά η Ελληνική γλώσσα τι ηλικίας είναι; Από τον πλούτο των γλωσσικών λημμάτων που έχει αποδεικνύεται πανάρχαια. Αν δούμε το πρόγραμμα "Μουσαίος" του Θησαυρού της Ελληνικής Γλώσσης, εκδόσεως του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνιας των Η.Π.Α., στις αρχές του 1990 περιείχε 70.000.000 γλωσσικά λήμματα και με την ολοκλήρωσή του θα περιέχει τουλάχιστον 150.000.000 γλωσσικά λήμματα. Απλά αναρωτιέμαι. Ο χρόνος των 4.000 ετών που κάποιοι λένε πως έχει ηλικία η γλώσσα μας ήταν αρκετός για έναν τέτοιο πλούτο γλωσσικών λημμάτων; Όχι! Διότι η Ελληνική γλώσσα έχει την απόλυτη σαφήνεια και την ακρίβεια της γεωμετρίας που απαιτούν οι ηλεκτρονικοί υπολογιστές. Η Ελληνική γλώσσα είναι η μητέρα όλων των υπολοίπων γλωσσών, οι οποίες είναι απλώς διάλεκτοί της, γι' αυτό και δεν μπορούν τα Ελληνικά να μεταφραστούν με ακρίβεια σε καμιά άλλη γλώσσα. Διότι αν θέλουμε να επικοινωνήσουμε ηλεκτρονικά με έναν υπολογιστή και του γράψουμε το Αγγλικό ρήμα "write", αυτός δεν θα καταλάβει τι ακριβώς εννοούμε με τη μια αυτή λέξη. Διότι "write" στα Αγγλικά σημαίνει γράφω, γράφεις, γράφουμε, γράφετε, γράφουν και γράφειν. Ενώ αν γράψουμε στα Ελληνικά το ρήμα "γράφω" αντιλαμβανόμαστε αμέσως όλοι πως εννοούμε ΓΡΑΦΩ και μόνον αυτό, τίποτα άλλο. Είμαστε ακριβείς. Αυτή είναι η Ελληνική γλώσσα: ακριβής, ευκρινής και σαφής. Διότι ο Ελληνικός πολιτισμός είναι καθαρά πολιτισμός του Λόγου. Αν πάρουμε να συγκρίνουμε τα Λατινικά με τα Ελληνικά, θα δούμε πως η Αρχαία Ελληνική γλώσσα έχει τριπλάσιους ρηματικούς τύπους σε ένα ομαλό ρήμα της, απ' όσους διαθέτει κι έχει η Λατινική. Αυτό σημαίνει πως έχει η Ελληνική γλώσσα τριπλάσια ακρίβεια αποδόσεως ενός νοήματος, απ' αυτήν που διαθέτει η Λατινική γλώσσα. Αν δε αναφερθούμε στην "Διαλεκτική" θα δούμε πως είναι η τέχνη του "διαλέγεσθε βάσει λογικής" και η λογική είναι μία και μοναδική σε όλο τον κόσμο. Στηρίζεται στις αρχές της Νόησης, στην αρχή της Ταυτότητος, στην αρχή έλλειψης Αντιφάσεων, στην αρχή του Τρίτου Αποκλείσεως και στην αρχή του Αποχρώντος Λόγου. Ο διαλεκτικός δεν είναι προκατειλημμένος. Σέβεται τις απόψεις του άλλου, ελέγχει τις έννοιες που χρησιμοποιούνται στον διάλογο με τον συνομιλητή του και συζητεί, δεν κουβεντιάζει. Μέρος της συζήτησης είναι η ελεγκτική και η μαιευτική μέθοδος σύμφωνα με τον Σωκράτη και τον μαθητή του Πλάτωνα που κατάφερε να την κάνει αυτή τη μέθοδο επιστήμη. Η σύγκριση λοιπόν με τις σύγχρονες γλώσσες στο θέμα "ακρίβεια απόδοσης νοήματος" δίνει απογοητευτικά αποτελέσματα. Αυτό σημαίνει πως η Ελληνική γλώσσα δεν μεταφράζεται ακριβώς και σαφώς κι ευκρινώς σε καμιά άλλη γλώσσα του κόσμου μας, διότι το αληθινό της νόημα δεν μπορεί να αποδοθεί. Κι όταν λέω Ελληνική γλώσσα εννοώ όλο το εύρος της απ' αρχής έως σήμερα και ως σύνολο της Αρχαίας Ελληνικής η οποία έως τις ημέρες μας κατακρεουργήθηκε εγκληματικά σε τούτο τον ιερό τόπο, από όσους είχαν κι έχουν στα χέρια τους το θέμα "παιδεία".
Στις Λατινικές σελίδες κυριαρχεί η λέξη "res" ενώ στις Ελληνικές σελίδες η λέξη "Λόγος". Η Λατινική είναι γλώσσα των πραγμάτων κι όχι του Λόγου όπως η Ελληνική.
Ευρήματα Ελληνικής γραφής, όπως λένε οι "ειδικοί" για να πείσουν υποστηρίζοντας "άλλα" υπάρχουν θαμμένα μέσα στα έγκατα της γης και κάποια ελάχιστα βρέθηκαν. Έχουμε ευρεθέντα θραύσματα, όπως αυτό το ηλικίας 6.000 ετών π.Χ. που βρέθηκε στα Γιούρα Αλοννήσου από τον Αδαμάντιο Σάμψων με τα Ελληνικά γράμματα Α,Δ,Υ., ακόμα την πινακίδα του Δισπηλιού με γραφή από το 5.250 π.Χ.Αλλά το πιο σπάνιο εύρημα είναι το μέγα κληροδότημα της Ελληνικής Γλώσσας, το οποίο κανείς δεν μπορεί μήτε να αμφισβητήσει, αλλά μήτε να υποστηρίξει πως προέρχεται από κάποιο άλλο γλωσσικό ιδίωμα ή μόρφωμα. Η Ελληνική γλώσσα υπάρχει με τα περισσότερα γλωσσικά λήμματα. Ιδού! Ας την μελετήσουν οι ειδικοί από το ΄Αλφα της ως το Ωμέγα της, ας την συγκρίνουν με όποια άλλη γλώσσα κι ας βγάλουν τα συμπεράσματά τους, για το ποια δημιουργήθηκε πρώτη κι από που...
Μου δόθηκε κληρονομιά η Ελληνική γλώσσα ως μητρική μου γλώσσα, καθώς και όλος ο Ελληνικός πολιτισμός! Πιστεύω πως η Ελληνική Γραφή συνυπήρχε με την Εικονογραφική και Συλλαβογραφική Γραφή, όπως στις ημέρες μας συνυπάρχει η Αλφαβητική Γραφή με την Εικονογραφική Γραφή κάποιων Υπηρεσιών ( της Τροχαίας ας πούμε).
Είμαι υπερήφανη που είμαι Ελληνίδα και οι διάλογοι του Πλάτωνος ήταν για μένα η καλύτερη προπόνηση για το πλησίασμα αυτής της αλήθειας, διότι ο Πλάτων είναι ο μεγαλύτερος Δάσκαλος της Ανθρωπότητας. Λόγος σημαίνει: έναρθρος λόγος, προφορικός, γραπτός, λέξη, απόφθεγμα, απόκριση μαντείου, γνωμικό, ρητό, παροιμία, φήμη, σκέψη, λογική, λογισμός, παγκόσμιος νομοτέλεια, μελέτη, μαθηματική σχέση, αιτία και τον Υιό του Θεού.
Εμείς θέλουμε να στρέψουμε τον κόσμο να καταλάβει πως η γνώση είναι δύναμη κι αυτή η δύναμη αποκτιέται με την ανάγνωση των γραπτών κειμένων, των Ελληνικών βιβλίων. Το διάβασμα βιβλίων είναι μια συνήθεια και ο Αριστοτέλης ήταν σε όλη του τη ζωή ένας ακούραστος αναγνώστης γι' αυτό δικαίως ονομάστηκε "Νους". Η συνεχής μόρφωση αποτελεί παιδεία και η Ελληνική παιδεία είναι η διαμόρφωση του ανθρώπου. Αυτή η διαμόρφωση επιτυγχάνεται από το πολίτευμα, την κοινωνία, την οικογένεια, την λογοτεχνία, την θρησκεία και την φιλοσοφία κι όλα αυτά μορφοποιούν, δηλαδή μορφώνουν τον άνθρωπο σε ’νθρωπο όταν έχει κατά νου το ρητό "γηράσκω αεί διδασκόμενος".

" Φάος ρυέντης εσύ κι εγώ μια κυανή Περεηφικόλα "
στιχ. από την ποιητική μου συλλογή "Ερώ" 

Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ
ΤΡΟΦΟΣ ΟΛΩΝ ΤΩΝ ΓΛΩΣΣΩΝ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ
                                                          Νότα Κυμοθόη© Nota Kimothoi